∆ιεθνές Λογιστικό Πρότυπο 19

Παροχές σε Εργαζόµενους

Στην παρούσα έκδοση περιλαµβάνονται τροποποιήσεις που προκύπτουν από την Τροποποίηση του ∆ΛΠ 19 Παροχές σε Εργαζόµενους -Αναλογιστικά Κέρδη και Ζηµίες, Οµαδικά Προγράµµατα και Γνωστοποιήσεις που εκδόθηκε την 16η ∆εκεµβρίου 2004.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

παράγραφοι

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ1-ΕΙΣ12

∆ΙΕΘΝΕΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ 19 ΠΑΡΟΧΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

ΣΚΟΠΟΣ ΠΕ∆ΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 1–6 ΟΡΙΣΜΟΙ 7 ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ 8–42 Αναγνώριση και επιµέτρηση 10–22

Βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους 10 Βραχύχρονες αποζηµιωνόµενες απουσίες 11–16 Προγράµµατα µερισµού κερδών και πρόσθετων παροχών 17–22

Γνωστοποιήσεις 23 Παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία: ∆ιάκριση µεταξύ

προγραµµάτων καθορισµένων εισφορών και Προγραµµάτων καθορισµένων παροχών 24–28 Προγράµµατα πολλών εργοδοτών 29–33 Προγράµµατα καθορισµένων παροχών που µοιράζουν τους κινδύνους

ανάµεσα σε διάφορες οικονοµικές οντότητες που τελούν υπό κοινό έλεγχο 34–34B Κρατικά προγράµµατα 36–38 Ασφαλισµένες παροχές 39–42 ΠΑΡΟΧΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟ∆Ο ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ 43–47 Αναγνώριση και επιµέτρηση 44–45 Γνωστοποιήσεις 46–47 ΠΑΡΟΧΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟ∆Ο ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ 48–119 Αναγνώριση και επιµέτρηση 49–62

Λογιστική για τεκµαιρόµενη υποχρέωση 52–53 Ισολογισµός 54–60 Αποτελέσµατα 61–62

Αναγνώριση και επιµέτρηση παρούσα αξία υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και τρέχον κόστος υπηρεσίας 63–101

Μέθοδος αναλογιστικής αποτίµησης 64–66 Κατανοµή παροχών σε περιόδους υπηρεσίας 67–71 Αναλογιστικές παραδοχές 72–77 Αναλογιστικές παραδοχές: προεξοφλητικό επιτόκιο 78–82 Αναλογιστικές παραδοχές: µισθοί, παροχές και ιατροφαρµακευτικά κόστη 83–91 Αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές 92–95 Κόστος προϋπηρεσίας 96–101

Αναγνώριση και επιµέτρηση περιουσιακά στοιχεία προγράµµατος 102–107

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος 102–104 Αποζηµιώσεις 104A–104D Απόδοση περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος 105–107

Συνενώσεις επιχειρήσεων 108 Περικοπές και τακτοποιήσεις 109–115 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 116–119

Συµψηφισµός 116–117 ∆ιαχωρισµός κυκλοφορούντων/ µη κυκλοφορούντων στοιχείων 118 Χρηµατοοικονοµικά συστατικά κόστους παροχών µετά την έξοδο από την

υπηρεσία 119

Γνωστοποιήσεις 120–125 ΛΟΙΠΕΣ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ 126–131 Αναγνώριση και επιµέτρηση 128–130 Γνωστοποιήσεις 131 ΠΑΡΟΧΕΣ ΕΞΟ∆ΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ 132–143 Αναγνώριση 133–138 Επιµέτρηση 139–140 Γνωστοποιήσεις 141–143 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ 153–156 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ 157–160 ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑΤΑ

Α. Επεξηγηµατικό παράδειγµα Β. Υποδείγµατα γνωστοποιήσεων Γ. Απεικόνιση της εφαρµογής της παραγράφου 58Α ∆. Έγκριση της τροποποίησης του 2002 από το Συµβούλιο ΣΤ. Τροποποιήσεις σε άλλα Πρότυπα Ζ. Έγκριση της τροποποίησης του 2004 από το Συµβούλιο

Το ∆ιεθνές Λογιστικό Πρότυπο 19 Παροχές σε Εργαζόµενους (∆ΛΠ 19) παρατίθεται στις παραγράφους 1-160. Όλες οι παράγραφοι έχουν ίση ισχύ αλλά διατηρούν τη µορφή της Ε.∆.Λ.Π. του Προτύπου όταν υιοθετήθηκε από το Σ.∆.Λ.Π. Το ∆ΛΠ 19 θα πρέπει να αναγνωστεί στο πλαίσιο του αντικειµενικού σκοπού του και της Βάσης για Συµπεράσµατα, της Εισαγωγής των ∆ιεθνών Προτύπων Χρηµατοοικονοµικής Πληροφόρησης και του Πλαισίου Κατάρτισης και Παρουσίασης των Οικονοµικών Καταστάσεων. Το ∆ΛΠ 8 Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιµήσεων και Λάθη παρέχει µία βάση για την επιλογή και την εφαρµογήλογιστικών πολιτικών εν απουσία ρητών οδηγιών.

Εισαγωγή

ΕΙΣ1 Το Πρότυπο προδιαγράφει τη λογιστική και τις γνωστοποιήσεις των εργοδοτών για παροχές σε εργαζόµενους. Αντικαθιστά το ∆ΛΠ 19 ∆απάνες Παροχών Ωφεληµάτων λόγω Εξόδου από την Υπηρεσία το οποίο είχε εγκριθεί το 1993. Οι κύριες αλλαγές από το παλιό ∆ΛΠ 19 παρατίθενται στη Βάση για Συµπεράσµατα. Το Πρότυπο δεν ασχολείται µε οικονοµικές αναφορές από τα προγράµµατα παροχών σε εργαζόµενους (βλέπε ∆ΛΠ 26 Λογιστικός Χειρισµός και Παρουσίαση των Προγραµµάτων Λόγω Αφυπηρέτησης).

ΕΙΣ2 Το Πρότυπο αναγνωρίζει τέσσαρες κατηγορίες παροχών σε εργαζόµενους:

(α) βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, όπως ηµεροµίσθια, µισθοί και εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, ετήσια άδεια µετ’ αποδοχών και άδεια ασθενείας µετ’ αποδοχών, συµµετοχή στα κέρδη και πρόσθετες παροχές (αν είναι πληρωτέα µέσα σε δώδεκα µήνες από το τέλος της περιόδου) και µη χρηµατικές παροχές (όπως ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, στέγαση, αυτοκίνητα και δωρεάν ή επιδοτούµενα αγαθά ή υπηρεσίες) γιατουςνυν εργαζόµενους,

(β) παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, όπως συντάξεις, άλλες παροχές λόγω αφυπηρέτησης, ασφάλεια ζωής µετά την έξοδο από την υπηρεσία και ιατροφαρµακευτική περίθαλψη µετά την έξοδο από την υπηρεσία,

(γ) λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, περιλαµβανοµένης αδείας µακρόχρονης υπηρεσίας ή σαββατικής αδείας, παροχές ιωβηλαίου ή άλλης µακρόχρονης υπηρεσίας, παροχές µακρόχρονης ανικανότητας και, αν είναι πληρωτέα δώδεκα µήνες ή περισσότερο µετά το τέλος της περιόδου, διανοµή κερδών, πρόσθετες παροχές και µεταφερόµενη αποζηµίωση και

(δ) παροχές εξόδου από την υπηρεσία.

ΕΙΣ3 Το Πρότυπο απαιτεί η οικονοµική οντότητα να αναγνωρίζει βραχύχρονες παροχές σε εργαζόµενους, όταν ένας εργαζόµενος έχει παράσχει υπηρεσία µε αντάλλαγµα αυτές τις παροχές.

ΕΙΣ4 Τα προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινοµούνται είτε ως προγράµµατα καθορισµένων εισφορών είτε ως προγράµµατα καθορισµένων παροχών. Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριµένες οδηγίες για την ταξινόµηση των προγραµµάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραµµάτων καιτων προγραµµάτων µε ασφαλισµένεςπαροχές.

ΕΙΣ5 Σύµφωνα µε τα προγράµµατα καθορισµένων εισφορών, η οικονοµική οντότητα καταβάλλει σταθερές εισφορές σε µια ξεχωριστή οντότητα (έναν φορέα) και δεν θα έχει νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές, αν ο φορέας δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόµενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζοµένου στην τρέχουσα και σε προηγούµενες περιόδους. Το Πρότυπο απαιτεί η οικονοµική οντότητα να αναγνωρίζει εισφορές σε ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, όταν ένας εργαζόµενος έχει παράσχει υπηρεσία µε αντάλλαγµα αυτές τις εισφορές.

ΕΙΣ6 Όλα τα λοιπά προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράµµατα καθορισµένων παροχών. Τα προγράµµατα καθορισµένων παροχών µπορεί να είναι µη χρηµατοδοτούµενα ή µπορεί να είναι ολικά ή εν µέρει χρηµατοδοτούµενα. Το Πρότυπο απαιτεί η οικονοµική οντότητα:

(α) να λογιστικοποιεί όχι µόνον τις νοµικές υποχρεώσεις της, αλλά επίσης και κάθε τεκµαιρόµενηυποχρέωση που προκύπτει από τις επιχειρηµατικές της πρακτικές,

(β) να προσδιορίζει την παρούσα αξία των υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και την εύλογη αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος, µε ικανοποιητική συχνότητα ούτως ώστε τα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονοµικές καταστάσεις να µην διαφέρουν ουσιωδώς από τα ποσά που θα προσδιορίζονταν κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού,

(γ) να χρησιµοποιεί τη Μέθοδο Προβεβληµένης Πιστωτικής Μονάδας για την επιµέτρηση των υποχρεώσεων και του κόστους της,

(δ) να αποδίδει την παροχή στις περιόδους υπηρεσίας σύµφωνα µε το τύπο του προγράµµατος παροχών, εκτός αν η υπηρεσία ενός εργαζόµενου σε µεταγενέστερα έτη θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικά υψηλότερο επίπεδο παροχών από ότι στα προηγούµενα έτη,

(ε) να χρησιµοποιεί αµερόληπτες και αµοιβαίως συµβατές αναλογιστικές παραδοχές σχετικά µε τις δηµογραφικές µεταβλητές (τέτοιες όπως η κινητικότητα εργαζόµενων και η θνησιµότητα) και οικονοµικές µεταβλητές (τέτοιες όπως µελλοντικές αυξήσεις σε αποδοχές, µεταβολές στα ιατροφαρµακευτικά κόστη και ορισµένες µεταβολές σε κρατικές παροχές). Οι οικονοµικές παραδοχές πρέπει να βασίζονται σε προσδοκίες της αγοράς, κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού, για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι υποχρεώσεις πρόκειται να τακτοποιηθούν,

(στ) να προσδιορίζει το προεξοφλητικό επιτόκιο σε σχέση µε τις αγοραίες αποδόσεις, κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού, υψηλής ποιότητας εταιρικών οµολόγων (ή σε χώρες όπου δεν υπάρχει συγκροτηµένη αγορά σε τέτοια οµόλογα, κρατικών οµολόγων) σε νόµισµα και όρους που συµβαδίζουν µε το νόµισµα και τους όρους των υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία,

(ζ) να αφαιρεί την εύλογη αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος από τη λογιστική αξία της υποχρέωσης. Ορισµένα δικαιώµατα αποζηµίωσης τα οποία δεν προκρίνονται ως περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος αντιµετωπίζονται µε τον ίδιο τρόπο όπως τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος εκτός του ότι παρουσιάζονται σαν ξεχωριστό περιουσιακό στοιχείο, παρά ως µείωση της υποχρέωσης,

(η) να περιορίζει το ποσό λογιστικής απεικόνισης ενός περιουσιακού στοιχείου, ούτως ώστε να µην υπερβαίνει το καθαρό σύνολο:

(i)

του οποιουδήποτε µη αναγνωρισµένου κόστους προϋπηρεσίας και αναλογιστικών ζηµιών πλέον

(ii)

της παρούσας αξίας οποιουδήποτε διαθέσιµου οικονοµικού οφέλους µε τη µορφή επιστροφών από το πρόγραµµαή µειώσεων µελλοντικών εισφορών στο πρόγραµµα,

(θ) να αναγνωρίζει το κόστος προϋπηρεσίας πάνω σε βάση σταθερής επιβάρυνσης κατά τη διάρκεια της µέσης περιόδου µέχρις ότου οι τροποποιηθείσες παροχές κατοχυρωθούν,

(ι) να αναγνωρίζει κέρδη ή ζηµιές κατά την περικοπή ή διακανονισµό ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών, όταν πραγµατοποιείται η περικοπή ή ο διακανονισµός. Το κέρδος ή ζηµία πρέπει να περιλαµβάνει κάθε ανακύπτουσα µεταβολή στην παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένης παροχής και της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και το µη αναγνωρισµένο τµήµα οποιωνδήποτε σχετικών αναλογιστικών κερδών και ζηµιών και κόστους προϋπηρεσίας και,

(ια) να αναγνωρίζει συγκεκριµένη αναλογία των καθαρών σωρευµένων αναλογιστικών κερδώνκαι ζηµιών που υπερβαίνουν το µεγαλύτερο από το:

(i)

10% της παρούσας αξίας της υποχρέωσης καθορισµένης παροχής (πριν την αφαίρεση περιουσιακών στοιχείωντου προγράµµατος) και,

(ii)

του 10% της εύλογης αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος.

Η αναλογία των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών προς αναγνώριση για κάθε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών είναι το υπερβάλλον, πέραν του περιθωρίου του 10% κατά την προηγούµενη περίοδο αναφοράς, διαιρούµενο µε την αναµενόµενη µέση εναποµένουσα εργασιακή ζωή των υπαλλήλων που συµµετέχουν στο πρόγραµµαεκείνο.

Το Πρότυπο επιτρέπει επίσης συστηµατικές µεθόδους ταχύτερης αναγνώρισης, εφόσον εφαρµόζεται ίδια βάση σε αµφότερα τα κέρδη και τις ζηµίες και η βάση εφαρµόζεται µε συνέπεια από περίοδο σε περίοδο. Τέτοιες επιτρεπόµενες µέθοδοι περιλαµβάνουν άµεση αναγνώριση όλων των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών στα αποτελέσµατα. Επιπροσθέτως, το Πρότυπο επιτρέπει σε µία οικονοµική οντότητα να αναγνωρίσει όλα τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες στην περίοδο που πραγµατοποιούνται εκτός των αποτελεσµάτων σε µια κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων.

ΕΙΣ7 Το Πρότυπο απαιτεί µια απλούστερη µέθοδο λογιστικής για λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους από ότι για τις παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία: τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές και το κόστος προϋπηρεσίας αναγνωρίζονται αµέσως.

ΕΙΣ8 Οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία είναι παροχές σε εργαζοµένους που προκύπτουν είτε από: απόφασης της οικονοµική οντότητας να τερµατίσει την απασχόληση των εργαζοµένων πριν από την κανονική ηµεροµηνία αφυπηρέτησης, είτε απόφασης του εργαζόµενου να αποδεχθεί οικειοθελή έξοδο από την υπηρεσία µε αντάλλαγµα αυτές τις παροχές. Το γεγονός το οποίο δηµιουργεί υποχρέωση είναι ο τερµατισµός, παρά η παροχή υπηρεσίας από τον εργαζόµενο. Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα πρέπει να αναγνωρίζει τις παροχές εξόδου από την υπηρεσία όταν και µόνο όταν, η οικονοµική οντότητα αποδεδειγµένα δεσµεύεται να:

(α) να τερµατίσει την απασχόληση ενός εργαζόµενου ή οµάδας εργαζοµένων πριν από την κανονική ηµεροµηνία αφυπηρέτησης είτε,

(β) να χορηγήσει παροχές εξόδου από την υπηρεσία, ως αποτέλεσµα µιας προσφοράς που γίνεται γιαναενθαρρύνει εκούσια έξοδο από την υπηρεσία.

ΕΙΣ9 Μια οικονοµική οντότητα είναι αποδεδειγµένα δεσµευµένη σε λήξη απασχόλησης όταν και µόνον όταν, η οικονοµική οντότητα έχει λεπτοµερειακό επίσηµο πρόγραµµα (µε καθορισµένα ελάχιστα περιεχόµενα) για την έξοδο από την υπηρεσία και δεν υπάρχει πραγµατική πιθανότητα απόσυρσης.

ΕΙΣ10 Όταν οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία καθίστανται αποδοτέες πέραν από 12 µήνες µετά την ηµεροµηνία του ισολογισµού, πρέπει να προεξοφλούνται. Στην περίπτωση προσφοράς για ενθάρρυνση εκούσιας εξόδου από την υπηρεσία, η επιµέτρηση των παροχών εξόδου από την υπηρεσία πρέπει να βασίζεται στον αριθµό των εργαζοµένων που αναµένεται νααποδεχθούν την προσφορά.

ΕΙΣ11 [Απαλείφθηκε]

ΕΙΣ12 Το Πρότυπο τίθεται σε εφαρµογή για τις περιόδους που αρχίζουν την ή µετά την 1η Ιανουαρίου 1999. Η εφαρµογή νωρίτερα ενθαρρύνεται. Κατά την πρώτη εφαρµογή του Πρότυπου, η οικονοµική οντότητα επιτρέπεται να αναγνωρίσει κάθε προκύπτουσα αύξηση στην υποχρέωσή της για παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, κατά τη διάρκεια όχι περισσότερο των πέντε ετών. Αν η εφαρµογή του Πρότυπου µειώνει την υποχρέωση, ηοικονοµικήοντότητα υποχρεώνεται νααναγνωρίσει τη µείωση αµέσως.

ΕΙΣ13 [Απαλείφθηκε]

∆ΛΠ 19

∆ιεθνές Λογιστικό Πρότυπο 19 Παροχές σε Εργαζοµένους

Σκοπός

Σκοπός του Προτύπου αυτού είναι να προδιαγράψει τη λογιστική απεικόνιση και τις γνωστοποιήσεις για παροχές σε εργαζόµενους. Το Πρότυπο απαιτεί η οικονοµική οντότητα να γνωστοποιεί:

(α) υποχρέωση, όταν ένας εργαζόµενος έχει παράσχει υπηρεσία µε αντάλλαγµα παροχές σε εργαζόµενους, που θα πραγµατοποιηθούν µελλοντικά και,

(β) δαπάνη, όταν η οικονοµική οντότητα αναλώνει τα οικονοµικά οφέλη που προκύπτουν από την υπηρεσία που παρασχέθηκε από έναν εργαζόµενο µε αντάλλαγµα τις παροχές σε εργαζόµενους.

Πεδίο εφαρµογής

1 Το Πρότυπο αυτό πρέπει να εφαρµόζεται από έναν εργοδότη για τη λογιστική αντιµετώπιση των παροχών σε εργαζόµενους, εκτός εκείνων στις οποίες εφαρµόζεται το ∆.Π.Χ.Π. 2 Παροχές που Εξαρτώνται από την Αξία των Μετοχών.

2 Το Πρότυπο αυτό δεν ασχολείται µε οικονοµικές αναφορές από τα προγράµµατα παροχών σε εργαζόµενους (βλέπε ∆ΛΠ 26 Λογιστικός Χειρισµός και Παρουσίαση των Προγραµµάτων Παροχών Λόγω Αφυπηρέτησης).

3 Στις παροχές σε εργαζόµενους στις οποίες εφαρµόζεται το παρόν Πρότυπο συµπεριλαµβάνονται και εκείνες που παρέχονται:

(α) σύµφωνα µε επίσηµα προγράµµατα ή άλλες τυπικές συµφωνίες µεταξύ της οικονοµικής οντότητας και των εργαζοµένων, οµάδων εργαζοµένων ή των αντιπροσώπων τους,

(β) σύµφωνα µε νοµοθετικές απαιτήσεις ή µέσω κλαδικών επιχειρηµατικών κανονισµών, όπου οι οικονοµικές οντότητες υποχρεώνονται να συνεισφέρουν σε εθνικά, κρατικά, κλαδικά ή άλλα προγράµµατα πολλών εργοδοτών ή,

(γ) εκείνων των άτυπων πρακτικών εφαρµογών που δηµιουργούν τεκµαιρόµενη υποχρέωση. Άτυπες τακτικές δηµιουργούν τεκµαιρόµενη υποχρέωση, όταν η οικονοµική οντότητα δεν έχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση παρά να καταβάλει τις παροχές εργαζόµενων. Ένα παράδειγµα µιας τεκµαιρόµενης υποχρέωσης είναι, όταν µια µεταβολή στις άτυπες πρακτικές της οικονοµικής οντότητας θα προξενούσε µία µη αποδεκτή ζηµία στη σχέση της µε τους εργαζόµενους.

4 Οι παροχές σε εργαζοµένους περιλαµβάνουν:

(α) βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, όπως ηµεροµίσθια, µισθοί και εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, ετήσια άδεια µετ’ αποδοχών και άδεια ασθενείας µετ’ αποδοχών, συµµετοχή στα κέρδη και πρόσθετες παροχές (αν είναι πληρωτέα µέσα σε δώδεκα µήνες από το τέλος της περιόδου) και µη χρηµατικές παροχές (όπως ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, στέγαση, αυτοκίνητα και δωρεάν ή επιδοτούµενα αγαθά ή υπηρεσίες) γιατουςνυν εργαζόµενους,

(β) παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, όπως συντάξεις, άλλες παροχές λόγω αφυπηρέτησης, ασφάλεια ζωής µετά την έξοδο από την υπηρεσία και ιατροφαρµακευτική περίθαλψη µετά την έξοδο από την υπηρεσία,

(γ) λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, περιλαµβανοµένης αδείας µακρόχρονης υπηρεσίας ή σαββατικής άδειας, παροχές ιωβηλαίου ή άλλης µακρόχρονης υπηρεσίας, παροχές µακρόχρονης ανικανότητας και, αν δεν είναι πληρωτέα εξ’ ολοκλήρου µέσα σε δώδεκα µήνες µετά το τέλος της περιόδου, συµµετοχή στακέρδη, πρόσθετες παροχές και µεταφερόµενη αποζηµίωσηκαι

(δ) παροχές εξόδου από τηνυπηρεσία.

Επειδή κάθε κατηγορία που εντοπίζεται ανωτέρω στις υποπαραγράφους (α)-(δ) έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, το Πρότυπο αυτό καθιερώνει ιδιαίτερες απαιτήσεις για κάθε κατηγορία.

5 Οι παροχές σε εργαζόµενους περιλαµβάνουν παροχές που χορηγούνται είτε στους εργαζόµενους είτε στα προστατευόµενά τους µέλη και µπορεί να τακτοποιούνται µε πληρωµές (ή την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών) που γίνονται είτε απευθείας στους εργαζόµενους, στις συζύγους τους, στα τέκνα ή άλλα προστατευόµενα µέλη ή σε άλλους, όπως ασφαλιστικές εταιρείες.

6 Ο εργαζόµενος µπορεί να παρέχει υπηρεσίες στην οικονοµική οντότητα µε βάση πλήρους, έκτακτης , µόνιµης, ευκαιριακής ή προσωρινής απασχόλησης. Για το σκοπό του Προτύπου αυτού, στους εργαζόµενους περιλαµβάνονται τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου και το άλλο διευθυντικό προσωπικό.

Ορισµοί

Οι ακόλουθοι όροι χρησιµοποιούνται σε αυτό το Πρότυπο µε τις έννοιες που καθορίζονται:

Παροχές σε εργαζοµένους είναι όλες οι µορφές της αντιπαροχής που δίδεται από µια οικονοµική οντότητα σε αντάλλαγµα για την παρεχοµένη από τους εργαζόµενους υπηρεσία.

Βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζοµένους είναι παροχές σε εργαζοµένους (άλλες εκτός από παροχές εξόδους από την υπηρεσία) που λήγουν στο σύνολό τους εντός δώδεκα µηνών από το τέλος της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες.

Παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι παροχές σε εργαζοµένους (άλλες εκτός από παροχές λήξης απασχόλησης) που είναι πληρωτέες µετά την ολοκλήρωση της απασχόλησης.

Προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι τυπικές ή άτυπες συµφωνίες κατά τις οποίες µια οικονοµική οντότητα χορηγεί παροχές µετά την απασχόληση σε έναν ή περισσότερους εργαζόµενους.

Προγράµµατα καθορισµένων εισφορών είναι προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία κατά τα οποία µια οικονοµική οντότητα καταβάλλει καθορισµένες εισφορές σε µία ξεχωριστή επιχειρηµατική οικονοµική οντότητα (φορέα) και δεν θα έχει καµιά νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση να πληρώνει περαιτέρω εισφορές, αν ο φορέας δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία γιανα πληρώσει όλες τιςπαροχές σε εργαζόµενους που αφορούν στην υπηρεσία του εργαζόµενου κατά την τρέχουσα και τις προηγούµενες περιόδους.

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών είναι προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από τηνυπηρεσία, άλλαεκτός από τα προγράµµατα καθορισµένων εισφορών.

Προγράµµατα πολλών εργοδοτών είναι προγράµµατα καθορισµένων εισφορών (άλλα εκτός από κρατικά προγράµµατα) ή προγράµµατα καθορισµένων παροχών (άλλα εκτός από κρατικά προγράµµατα) που:

(α) συγκεντρώνουν τα περιουσιακά στοιχεία που συνεισφέρονται από διάφορες οικονοµικές οντότητες, ταοποία δεν βρίσκονταικάτωαπό κοινό έλεγχο και,

(β) χρησιµοποιούν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία για να παρέχουν οφέλη σε εργαζόµενους περισσοτέρων της µιας οικονοµικής οντότητας, πάνω στη βάση που προσδιορίζονται τα επίπεδα εισφορών και παροχών χωρίς αναφορά στην ταυτότητα της οικονοµικής οντότητας που απασχολεί τους εργαζόµενους.

Λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζοµένους (άλλες εκτός από παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία και παροχές εξόδου από την υπηρεσία) που λήγουν στο σύνολο τους µέσα σε δώδεκα µήνες µετά από το τέλος της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες.

Οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία είναι παροχές σε εργαζοµένους που προκύπτουν είτεαπό:

(α) Την απόφαση της οικονοµικής οντότητας να τερµατίσει την απασχόληση ενός εργαζόµενου πριν την κανονική ηµεροµηνία αφυπηρέτησης ή,

(β) την απόφαση ενός εργαζόµενου να αποδεχθεί εθελοντική έξοδο από την υπηρεσία µε αντάλλαγµα αυτές τιςπαροχές.

Κατοχυρωµένες παροχές σε εργαζόµενους είναι παροχές σε εργαζόµενους που δεν εξαρτώνται από µελλοντική απασχόληση.

Η παρούσα αξία υποχρέωσης καθορισµένων παροχών είναι η παρούσα αξία, πριν την αφαίρεση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος, των αναµενόµενων µελλοντικών πληρωµών που απαιτούνται για την τακτοποίηση της υποχρέωσης που προέρχεται από υπηρεσία εργαζόµενου κατά την τρέχουσα και τις προηγούµενες περιόδους.

Κόστος τρέχουσας απασχόλησης είναι η αύξηση στην παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών που προέρχεται από την απασχόληση εργαζόµενου κατά την τρέχουσα περίοδο.

Κόστος τόκων είναι η αύξηση κατά τη διάρκεια µιας περιόδου της παρούσας αξίας της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών που συµβαίνει, γιατί οι παροχές είναι µια περίοδο πλησιέστερα προς τακτοποίηση.

Περιουσιακά στοιχεία προγράµµατος αποτελούν τα: (α) περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από έναν φορέα µακροπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους (β) ασφαλιστήρια συµβόλαια που πληρούν τιςπροϋποθέσεις.

Περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από ένα φορέα µακροχρόνιων παροχών σε εργαζόµενους είναι περιουσιακά στοιχεία (άλλα εκτός από µη µεταβιβάσιµα χρηµατοοικονοµικά µέσα που εκδίδονται από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα) που:

(α) κατέχονται από µία οικονοµική οντότητα (ταµείο) η οποία είναι νοµικά ανεξάρτητη από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα και υφίσταται µόνο και µόνο γιανα πληρώνει ή ναχρηµατοδοτεί παροχές σε εργαζόµενους και,

(β) είναι διαθέσιµα για να χρησιµοποιούνται µόνο για πληρωµή ή χρηµατοδότηση παροχών σε εργαζόµενους, δεν είναι διαθέσιµα στους πιστωτές της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας (έστω και σε πτώχευση) και δεν µπορούν να επιστραφούν στην αναφέρουσα οικονοµικήοντότητα εκτόςαν είτε:

(i)

τα εναποµένοντα περιουσιακά στοιχεία του ταµείου είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν όλες τις σχετικές µε τις παροχές των εργαζοµένων καθορισµένες υποχρεώσεις του προγράµµατος ή της αναφέρουσας οικονοµικήςοντότητας ή,

(ii)

τα περιουσιακά στοιχεία επιστρέφονται στην αναφέρουσα οικονοµική οντότητα ως αποζηµίωση για τις ήδη πληρωθείσες παροχές σε εργαζόµενους.

Ασφαλιστήριο συµβόλαιο που πληροί τις προϋποθέσεις* είναι ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο που εκδίδεται από έναν φορέα ασφάλισης που δεν είναι συνδεδεµενο µέρος (όπως ορίζεται στο ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών) της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας, εφόσον οι πρόσοδοι από το ασφαλιστήριο συµβόλαιο:

(α) µπορούν να χρησιµοποιηθούν µόνο για να πληρωθούν ή να χρηµατοδοτηθούν παροχές σε εργαζόµενους σύµφωνα µε ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών και

(β) δεν είναι διαθέσιµες για τους πιστωτές της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας (έστω και σε πτώχευση) και δεν µπορούν να πληρωθούν στην αναφέρουσα οικονοµική οντότηταεκτός αν:

(i) οι πρόσοδοι αντιπροσωπεύουν πλεονάζοντα περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι απαραίτητα σύµφωνα µε το ασφαλιστήριο για την αντιµετώπιση όλων των σχετικών υποχρεώσεων παροχών σε εργαζόµενους ή,

* Όπωςορίζεται στο ∆.Π.Χ.Π. 4 Ασφαλιστήρια Συµβόλαια, δενείναιαπαραίτητοένα ασφαλιστήριοσυµβόλαιοπου πληροί τις προϋποθέσειςναείναι ασφαλιστήριο συµβόλαιο.

(ii) οι πρόσοδοι επιστρέφονται στην αναφέρουσα οικονοµική οντότητα προκειµένου να αποζηµιωθεί για τις παροχές σε εργαζόµενους που έχουν ήδη πληρωθεί.

Εύλογη αξία το ποσό µε το οποίο ένα περιουσιακό στοιχείο θα µπορούσε να ανταλλαγεί ή µία υποχρέωση να διακανονιστεί µεταξύ δύο µερών που ενεργούν µε τη θέλησή τους και µε πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς, στα πλαίσια µιας συναλλαγήςπου διεξάγεται σε καθαρά εµπορική βάση.

Η απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι τόκοι, µερίσµατα και άλλα έσοδα που προέρχονται από τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος, µαζί µε πραγµατοποιηθέντα και απραγµατοποίητα κέρδη ή ζηµίες από τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος, µείον κάθε κόστος για τη διαχείριση του προγράµµατος και µείον κάθε φόρου πληρωτέου από το ίδιο το πρόγραµµα.

Τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές αποτελούνται από:

(α) εµπειρικές προσαρµογές (οι επιπτώσεις των διαφορών µεταξύ των προηγούµενων αναλογιστικών παραδοχών και των όσων πραγµατικά συνέβησαν) και,

(β) τις επιπτώσεις των µεταβολών στις αναλογιστικές παραδοχές.

Κόστος προϋπηρεσίας είναι η αύξηση στην παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών για υπηρεσία εργαζόµενου σε προηγούµενες περιόδους, που καταλήγει στην τρέχουσα περίοδο από την εισαγωγή ή τις µεταβολές στις παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία ή λοιπών µακροπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους. Το κόστος προϋπηρεσίας µπορεί να είναι είτε θετικό (όταν παροχές καθιερώνονται ή βελτιώνονται) είτε αρνητικό (όταν µειώνονται υπάρχουσες παροχές).

Βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους

Οι βραχυπρόθεσµες παροχέςσε εργαζόµενους περιλαµβάνουν στοιχεία τέτοιαόπως:

(α) ηµεροµίσθια, µισθούςκαι εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων,

(β) βραχύχρονες αποζηµιωνόµενες απουσίες (τέτοιες όπως ετήσια άδεια µετ’ αποδοχών και άδεια ασθενείας µετ’ αποδοχών), όταν οι απουσίες αναµένεται να συµβούν µέσα σε δώδεκα µήνες µετά το τέλος της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική εργασιακή υπηρεσία,

(γ) συµµετοχή στα κέρδη και πρόσθετες παροχές πληρωτέες µέσα σε δώδεκα µήνες µετά τη λήξη της περιόδου µέσα στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική υπηρεσία και,

(δ) µη χρηµατικές παροχές (τέτοιες όπως ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, στέγαση, αυτοκίνητα και δωρεάν ή επιδοτούµενα αγαθά ή υπηρεσίες) για τους τωρινούς εργαζόµενους.

9 Η λογιστικοποίηση βραχυπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους είναι γενικά απλή, γιατί δεν απαιτούνται αναλογιστικές παραδοχές για την επιµέτρηση της υποχρέωσης ή το κόστος και δεν υπάρχει καµιά πιθανότητα οποιουδήποτε αναλογιστικού κέρδους ή ζηµίας. Περαιτέρω, βραχυπρόθεσµες υποχρεώσεις καθορισµένων παροχών σε εργαζόµενους επιµετρώνται πάνω σε µιααπροεξόφλητη βάση.

Αναγνώριση και επιµέτρηση

Βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους

10 Όταν ένας εργαζόµενος έχει παράσχει υπηρεσία σε µια οικονοµική οντότητα κατά τη διάρκεια µιας λογιστικής περιόδου, η οικονοµική οντότητα πρέπει να αναγνωρίσει το απροεξόφλητο ποσό των βραχυπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους που αναµένεταιναπληρωθεί σε αντάλλαγµα για αυτήντην υπηρεσία:

(α) ως υποχρέωση (δεδουλευµένο έξοδο), µετά την αφαίρεση κάθε ποσού που ήδη πληρώθηκε. Αν το ποσό που ήδη πληρώθηκε υπερβαίνει το απροεξόφλητο ποσό των παροχών, η οικονοµική οντότητα πρέπει να αναγνωρίσει αυτό το υπερβάλλον ως περιουσιακό στοιχείο (προπληρωθέν έξοδο) κατά την έκταση που η προπληρωµή θα οδηγήσει, για παράδειγµα, σε µείωση µελλοντικών πληρωµών ή επιστροφή χρηµάτων και,

(β) ως έξοδο, εκτός αν ένα άλλο Πρότυπο απαιτεί ή επιτρέπει τη συµπερίληψη των παροχών στο κόστος του περιουσιακού στοιχείου (βλέπε, για παράδειγµα, ∆ΛΠ 2 Αποθέµατα και ∆ΛΠ 16 Ενσώµατες Ακινητοποιήσεις).

Οι παράγραφοι 11, 14 και 17 εξηγούν πως µια οικονοµική οντότητα θα εφαρµόζει αυτήν την απαίτηση στις βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους µε τη µορφή των αποζηµιωνόµενων απουσιών και προγραµµάτων µερισµού κερδών και πρόσθετων παροχών.

Βραχύχρονες αποζηµιωνόµενες απουσίες

11 Η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το αναµενόµενο κόστος των βραχυπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους µε τη µορφή των αποζηµιωνόµενων απουσιών σύµφωνα µε την παράγραφο 10 ως ακολούθως:

(α) στην περίπτωση των σωρευόµενων αποζηµιωτέων απουσιών, όταν οι εργαζόµενοι παρέχουν υπηρεσία που αυξάνει το δικαίωµα τους σε µελλοντικές αποζηµιωνόµενες απουσίες και,

(β) στην περίπτωση των µη σωρευοµένων αποζηµιωτέων απουσιών, όταν οι απουσίες πραγµατοποιούνται.

12 Η οικονοµική οντότητα µπορεί να αποζηµιώνει εργαζόµενους για απουσία για διάφορους λόγους που περιλαµβάνουν διακοπές, ασθένεια και βραχύχρονη ανικανότητα, µητρότητα ή πατρότητα, δικαστική υπηρεσία και στρατιωτική υπηρεσία. Το δικαίωµα σε αποζηµιωνόµενες απουσίες εµπίπτει σε δύο κατηγορίες:

(α) σωρευτικό και,

(β) µη σωρευτικό.

13 Σωρευόµενες αποζηµιωτέες απουσίες είναι εκείνες που µεταφέρονται εις νέο και µπορεί να χρησιµοποιηθούν σε µελλοντικές περιόδους, αν το δικαίωµα της τρέχουσας περιόδου δεν χρησιµοποιηθεί πλήρως. Σωρευµένες αποζηµιωτέες απουσίες µπορεί να είναι είτε κεκτηµένο δικαίωµα (µε άλλα λόγια, οι απασχολούµενοι έχουν δικαίωµα σε καταβολή µετρητών για αχρησιµοποίητο δικαίωµα µε την αποχώρησή τους από την οικονοµική οντότητα) ή µηκεκτηµένο δικαίωµα (όταν οιεργαζόµενοι δεν έχουν δικαίωµασε ταµιακή πληρωµή για αχρησιµοποίητο δικαίωµα µε την αποχώρησή τους). Υποχρέωση ανακύπτει καθώς οι εργαζόµενοι παρέχουν υπηρεσία που αυξάνει το δικαίωµά τους για µελλοντικές αποζηµιωνόµενες απουσίες. Η υποχρέωση υπάρχει και αναγνωρίζεται, ακόµη και αν οι αποζηµιωνόµενες απουσίες δεν είναι κεκτηµένο δικαίωµα, µολονότι η πιθανότητα οι εργαζόµενοι να αποχωρήσουν, πριν χρησιµοποιήσουν το σωρευµένο µη κεκτηµένο δικαίωµα, επηρεάζει την επιµέτρηση της υποχρέωσης αυτής.

14 Η οικονοµική οντότητα θα επιµετρά το αναµενόµενο κόστος των σωρευόµενων αποζηµιωτέων απουσιών ως το πρόσθετο ποσό που αναµένει να καταβάλει ως αποτέλεσµα του αχρησιµοποίητου δικαιώµατος που έχει σωρευθεί κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού.

15 Η µέθοδος που ορίζεται στην προηγούµενη παράγραφο επιµετρά την υποχρέωση στο ποσό των πρόσθετων πληρωµών που αναµένονται να προκύψουν αποκλειστικά από το γεγονός ότι οι παροχές συσσωρεύονται. Σε πολλές περιπτώσεις, η οικονοµική οντότητα µπορεί να µην χρειάζεται να κάνει λεπτοµερείς υπολογισµούς για να εκτιµήσει ότι δεν υπάρχει ουσιώδης υποχρέωση για αχρησιµοποίητες αποζηµιωνόµενες απουσίες. Για παράδειγµα, η υποχρέωση για άδεια ασθενείας είναι πιθανό να είναι ουσιώδης µόνο αν υπάρχει µία επίσηµη ή ανεπίσηµη συµφωνία ότι αχρησιµοποίητη πληρωνόµενη άδεια ασθενείας µπορεί να θεωρηθεί ως πληρωνόµενη άδεια διακοπών.

Παράδειγµα που επεξηγεί τις παραγράφους 14 και 15

Μια οικονοµική οντότητα έχει 100 εργαζόµενους, που ο καθένας δικαιούται πέντε εργάσιµες ηµέρες πληρωµένης άδειας ασθενείας ετησίως. Αχρησιµοποίητη άδεια ασθενείας µπορεί να µεταφέρεται εις νέον για ένα ηµερολογιακό έτος. Η άδεια ασθενείας λαµβάνεται πρώτα από το δικαίωµα του τρέχοντος έτους και µετά από οποιοδήποτε υπόλοιπο που µεταφέρθηκε εις νέον από το προηγούµενο έτος (µε βάση τη µέθοδο Τ.Ε.Π.Ε.). Κατά την 30η ∆εκεµβρίου 20Χ1, το µέσο αχρησιµοποίητο δικαίωµα είναι δύο ηµέρες ανά εργαζόµενο. Η οικονοµική οντότητα αναµένει, βασιζόµενη στην εµπειρία του παρελθόντος, η οποία αναµένεται να συνεχιστεί, ότι 92 εργαζόµενοι δεν θα πάρουν περισσότερο από πέντε ηµέρες πληρωµένης άδειας ασθενείας το 20Χ2 και ότι οι αποµένοντες 8 εργαζόµενοι θα πάρουν κατά µέσο όρο εξήµιση ηµέρες ο καθένας. Η οικονοµική οντότητα αναµένει ότι θα πληρώσει 12 ηµερών πρόσθετη αποζηµίωση πληρωµένης ασθένειας ως αποτέλεσµα τον αχρησιµοποίητου δικαιώµατος που έχει σωρευτεί κατά την 31η ∆εκεµβρίου 2ΟΧ1 (µία και µισή ηµέρα ο καθένας για 8 εργαζόµενους). Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει µια υποχρέωση ίση µε 12 ηµέρες πληρωµένης ασθενείας.

16 Η µη σωρευόµενες αποζηµιωτέες απουσίες δεν µεταφέρονται εις νέον: εκπνέουν, αν το δικαίωµα της τρέχουσας περιόδου δεν εξασκηθεί πλήρως και δεν παρέχεται το δικαίωµα στους εργαζόµενους πληρωµής µετρητών για το αχρησιµοποίητο δικαίωµα µε την

© IASCF 759

αποχώρηση από την οικονοµική οντότητα. Αυτή είναι συνήθως η περίπτωση για πληρωµή ασθένειας (κατά την έκταση που αχρησιµοποίητο δικαίωµα του παρελθόντος δεν αυξάνει µελλοντικό δικαίωµα), άδεια µητρότητας ή πατρότητας και αποζηµιωνόµενες απουσίες για δικαστική υπηρεσία ή στρατιωτική υπηρεσία. Η οικονοµική οντότητα δεν αναγνωρίζει καµιά υποχρέωση ή δαπάνη µέχρι το χρόνο της απουσίας, γιατί η εργασιακή υπηρεσία δεν αυξάνει το ποσό της παροχής.

Προγράµµατα µερισµού κερδών και πρόσθετων παροχών

17 Η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το αναµενόµενο κόστος µερισµού κερδών και προσθέτων παροχών σύµφωνα µε την παράγραφο 10, όταν και µόνον όταν:

(α) η οικονοµική οντότητα έχει µια παρούσα νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση να κάνει τέτοιες πληρωµές, ως αποτέλεσµα γεγονότων του παρελθόντοςκαι,

(β) µια αξιόπιστη εκτίµηση της δέσµευσης µπορεί ναγίνει.

Μια παρούσα δέσµευση υπάρχει όταν και µόνο όταν, η οικονοµική οντότητα δεν έχει καµία ρεαλιστική εναλλακτική λύση, παρά να κάνει τιςπληρωµές.

18 Σύµφωνα µε µερικά προγράµµατα µερισµού κερδών, οι εργαζόµενοι λαµβάνουν ένα µερίδιο του κέρδους µόνο, αν παραµείνουν στην οικονοµική οντότητα για µια καθορισµένη περίοδο. Τέτοια προγράµµατα δηµιουργούν τεκµαιρόµενη υποχρέωση, καθώς εργαζόµενοι παρέχουν υπηρεσίες που αυξάνουν το ποσό που θα καταβληθεί, αν αυτοί παραµείνουν στην υπηρεσία µέχρι το τέλος της καθορισµένης περιόδου. Η επιµέτρηση τέτοιων τεκµαιρόµενων δεσµεύσεων αντανακλά τη δυνατότητα µερικοί εργαζόµενοι να φύγουν, χωρίςνασυµµετάσχουν στο µερισµό των κερδών.

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 18

Ένα πρόγραµµα µερισµού κερδών απαιτεί από µια οικονοµική οντότητα την καταβολή µιας καθορισµένης αναλογίας των καθαρών κερδών της για το έτος σε εργαζόµενους, που υπηρετούν καθ’ όλο το έτος. Αν κανένας εργαζόµενος δεν φύγει κατά τη διάρκεια του έτους, το σύνολο των πληρωµών από το µερισµό των κερδών για το έτος θα είναι 3% των καθαρών κερδών. Η οικονοµική οντότητα εκτιµά ότι ο αριθµός του συνολικά απασχολούµενου προσωπικού θα µειώσει τις πληρωµές στο 2.5% των καθαρών κερδών. Η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει υποχρέωση και µια δαπάνη 2.5% των καθαρών κερδών.

19 Η οικονοµική οντότητα µπορεί να µην έχει νοµική υποχρέωση να καταβάλει πρόσθετες παροχές. Παρόλα αυτά, σε µερικές περιπτώσεις, µια οικονοµική οντότητα έχει τακτική καταβολής πρόσθετων παροχών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονοµική οντότητα έχει τεκµαιρόµενη υποχρέωση, γιατί η οικονοµική οντότητα δεν έχει άλλη ρεαλιστική εναλλακτική λύση, παρά να καταβάλει τις πρόσθετες παροχές. Η επιµέτρηση της τεκµαιρόµενης υποχρέωσης αντανακλά την πιθανότητα ότι µερικοί εργαζόµενοι µπορεί ναφύγουν, χωρίς να λάβουν πρόσθετη αµοιβή.

20 Η οικονοµική οντότητα µπορεί να κάνει µια αξιόπιστη εκτίµηση της νοµικής ή τεκµαιρόµενης δέσµευσής της βάσει ενός προγράµµατος µερισµού κερδών ή πρόσθετων παροχών ότανκαι µόνο όταν:

(α) οι τυπικοί όροι του προγράµµατος περιέχουν τύπο για τον προσδιορισµό του ποσού της παροχής,

(β) η οικονοµική οντότητα προσδιορίζει τα ποσά που θα πληρωθούν πριν την έγκριση των οικονοµικών καταστάσεων για έκδοση ή,

(γ) η παρελθούσα τακτική παρέχει ξεκάθαρη ένδειξη του ποσού της τεκµαιρόµενης υποχρέωσης της οικονοµικής οντότητας.

21 Η υποχρέωση σύµφωνα µε τα προγράµµατα µερισµού των κερδών και προσθέτων παροχών προέρχεται από την υπηρεσία εργαζόµενων και όχι από κάποια συναλλαγή µε τους ιδιοκτήτες της οικονοµικής οντότητας. Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει το κόστος προγραµµάτων µερισµού των κερδών και προσθέτων παροχών όχι ως διανοµή καθαρών κερδών, αλλά ως έξοδο.

22 Αν οι πληρωµές µερισµού κερδών και προσθέτων παροχών δεν καθίστανται καταβλητέες στο σύνολό τους µέσα σε δώδεκα µήνες µετά το τέλος της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική υπηρεσία, οι πληρωµές αυτές θεωρούνται ως λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους (βλέπε παραγράφους 126 – 131).

Γνωστοποιήσεις

23 Μολονότι το Πρότυπο αυτό δεν απαιτεί ειδικές γνωστοποιήσεις για βραχυπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, άλλα Πρότυπα µπορεί να απαιτούν γνωστοποιήσεις. Για παράδειγµα το ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών απαιτεί να γνωστοποιούνται οι παροχές σε εργαζοµένους για τα βασικά διοικητικά στελέχη. Το ∆ΛΠ 1 Παρουσίαση των Οικονοµικών Καταστάσεων απαιτεί να γνωστοποιούνται οι δαπάνες παροχών σε εργαζόµενους.

Παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία: διάκριση µεταξύ προγραµµάτων καθορισµένων εισφορών και προγραµµάτων καθορισµένων παροχών

24 Οι παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία περιλαµβάνουν, γιαπαράδειγµα:

(α) παροχές λόγωαφυπηρέτησης, όπως συντάξεις και,

(β) άλλες παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, όπως ασφάλεια ζωής και ιατροφαρµακευτική περίθαλψη µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

Ρυθµίσεις βάσει των οποίων η οικονοµική οντότητα παρέχει οφέλη µετά την έξοδο από την υπηρεσία, συνιστούν προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Η οικονοµική οντότητα θα εφαρµόζει το Πρότυπο αυτό σε όλες αυτές τις ρυθµίσεις, είτε συνιστούν είτε όχι την ίδρυση µιας ξεχωριστής οικονοµικής οντότητας για να εισπράττει εισφορές καινα καταβάλει παροχές.

25 Τα προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία διακρίνονται είτε σε προγράµµατα καθορισµένων εισφορών είτε σε προγράµµατα καθορισµένων παροχών, ανάλογα µε την οικονοµική υπόσταση του προγράµµατος, όπως αυτή προκύπτει από τους κύριους όρουςκαι συνθήκες του. Κατά ταπρογράµµατα καθορισµένωνεισφορών:

(α) η νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση της οικονοµικής οντότητας περιορίζεται στο ποσό που αυτή δέχεται να συνεισφέρει στο φορέα. Έτσι, το ποσό των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία που λαµβάνεται από τον εργαζόµενο προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την οικονοµική οντότητα (και ίσως επίσης και από τον εργαζόµενο) σε ένα πρόγραµµα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία ή σε µια ασφαλιστική εταιρεία, µαζί µε τις αποδόσεις της επένδυσης που προκύπτουν από τις εισφορές και,

(β) κατά συνέπεια, ο αναλογιστικός κίνδυνος (ότι οι παροχές θα είναι λιγότερες από τις αναµενόµενες) και ο επενδυτικός κίνδυνος (ότι τα περιουσιακά στοιχεία που είναι επενδυµένα θα είναι ανεπαρκή για να αντιµετωπίσουν τις αναµενόµενες παροχές) βαρύνουν τονεργαζόµενο.

26 Παραδείγµατα περιπτώσεων, όπου η υποχρέωση της οικονοµικής οντότητας δεν περιορίζεται στο ποσό που δέχεται να συνεισφέρει στο φορέα είναι, όταν η οικονοµική οντότητα έχει µία νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση µέσω:

(α) ενός τύπου του προγράµµατος παροχών που δεν συνδέεται µόνο µε το ποσό των εισφορών,

(β) µιας εγγύησης, είτε έµµεσα µέσω ενός προγράµµατος είτε άµεσα, µέσω µίας καθορισµένης απόδοσης πάνω στις εισφορές ή,

(γ) εκείνων των ανεπίσηµων πρακτικών εφαρµογών που δηµιουργούν µία τεκµαιρόµενη υποχρέωση. Για παράδειγµα, µία τεκµαιρόµενη υποχρέωση µπορεί να προκύψει, όταν µία οικονοµική οντότητα έχει ιστορικά παράσχει αυξανόµενα οφέλη σε πρώην εργαζόµενους για να αντιµετωπιστεί ο ρυθµός του πληθωρισµού ακόµη και όταν δεν υπάρχει νοµική υποχρέωση να πράξει έτσι.

27 Κατά τα προγράµµατα καθορισµένωνπαροχών:

(α) η υποχρέωση της οικονοµικής οντότητας είναι να παρέχει τις συµφωνηµένες παροχές στους τωρινούς και πρώην εργαζόµενους και,

(β) ο αναλογιστικός κίνδυνος (ότι οι παροχές θα κοστίσουν περισσότερο από το αναµενόµενο) και ο επενδυτικός κίνδυνος βαρύνουν, ουσιαστικά, την οικονοµική οντότητα. Αν η αναλογιστική ή επενδυτική εµπειρία είναι χειρότερη από τα αναµενόµενα, ηυποχρέωση της οικονοµικής οντότητας µπορεί νααυξηθεί.

28 Οι παράγραφοι 29-42 κατωτέρω εξηγούν τη διάκριση µεταξύ προγραµµάτων καθορισµένων εισφορών και προγραµµάτων καθορισµένων παροχών στο πλαίσιο των προγραµµάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραµµάτων και ασφαλισµένων παροχών.

Προγράµµατα πολλών εργοδοτών

29 Η οικονοµική οντότητα θα ταξινοµεί ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών ως πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών ή ως πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, ανάλογα µε τους όρους του προγράµµατος (περιλαµβανοµένης και οποιασδήποτε τεκµαιρόµενης υποχρέωσης πέραν των τυπικών όρων). Όπου ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα πρέπει να:

(α) λογιστικοποιεί το αναλογούν σε αυτή µερίδιο της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών, περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και του κόστους που συνδέεται µε το πρόγραµµα µε τον ίδιο τρόπο όπως για οποιοδήποτε άλλο πρόγραµµακαθορισµένων παροχών και,

(β) να γνωστοποιεί τις απαιτούµενες από τηνπαράγραφο 120Απληροφορίες.

30 Όταν δεν υπάρχουν διαθέσιµες επαρκείς πληροφορίες για να χρησιµοποιήσει τη λογιστική καθορισµένων παροχών σε ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών, που είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα θα:

(α) λογιστικοποιεί το πρόγραµµα σύµφωνα µε τις παραγράφους 44-46, όπως εάν επρόκειτο γιαπρόγραµµακαθορισµένων εισφορών,

(β) γνωστοποιεί:

(i)

το γεγονός ότι το πρόγραµµα είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών και,

(ii)

τον λόγο γιατί δεν είναι διαθέσιµη επαρκής πληροφόρηση για να καταστήσει την οικονοµική οντότητα ικανή να λογιστικοποιεί το πρόγραµµα ως πρόγραµµακαθορισµένων παροχών και

(γ) Κατά την έκταση που ένα πλεόνασµα ή έλλειµµα στο πρόγραµµα µπορεί να επηρεάσει το ποσό µελλοντικών εισφορών, ναγνωστοποιεί επιπρόσθετα:

(i)

κάθε διαθέσιµη πληροφορία σχετική µε αυτό το πλεόνασµαή έλλειµµα,

(ii)

τη βάση που χρησιµοποιήθηκε για να προσδιοριστεί αυτό το πλεόνασµαή έλλειµµα και,

(iii) τις τυχόν επιπτώσεις, για την οικονοµική οντότητα.

31 Ένα παράδειγµα ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών πολλών εργοδοτών είναι εκείνο, όπου:

(α) το πρόγραµµα χρηµατοδοτείται πάνω σε βάση πληρωµής κατά τη ροή των εργασιών ούτως ώστε: οι εισφορές καθορίζονται σε επίπεδο που αναµένεται να είναι επαρκείς για την καταβολή των παροχών που καθίστανται πληρωτέες στην ίδια περίοδο και µελλοντικές παροχές που κερδήθηκαν κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου θα εξοφλούνται από µελλοντικές εισφορές και,

(β) οι παροχές των εργαζοµένων προσδιορίζονται από τη διάρκεια της υπηρεσίας τους και οι συµµετέχουσες οικονοµικές οντότητες δεν έχουν πραγµατικούς τρόπους αποχώρησης από το πρόγραµµα, χωρίς να καταβάλουν εισφορά για τις παροχές που κερδήθηκαν από εργαζόµενους µέχρι την ηµεροµηνία της αποχώρησης. Ένα τέτοιο πρόγραµµα δηµιουργεί αναλογιστικό κίνδυνο για την οικονοµική οντότητα: αν το οριστικό κόστος των παροχών που έχουν ήδη κερδηθεί κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού είναι µεγαλύτερο από το αναµενόµενο, η οικονοµική οντότητα πρέπει είτε να αυξήσει τις εισφορές της είτε να πείσει τους εργαζόµενους να αποδεχθούν µία µείωση στις παροχές. Συνεπώς, ένα τέτοιο πρόγραµµα είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών.

Όταν επαρκείς πληροφορίες είναι διαθέσιµες σχετικά µε ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών, το οποίο είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί το αναλογούν σε αυτή µερίδιο της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών, των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και του κόστους παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία που συνδέεται µε το πρόγραµµα κατά τον ίδιο τρόπο, όπως για κάθε άλλο πρόγραµµα καθορισµένων παροχών. Όµως, σε µερικές περιπτώσεις, η οικονοµική οντότητα µπορεί να µην είναι σε θέση να εντοπίσει το µερίδιό της στην υποκείµενη οικονοµική θέση και απόδοση του προγράµµατος µε επαρκή αξιοπιστία για λογιστικούς σκοπούς. Αυτό µπορεί να συµβεί, αν:

(α) η οικονοµική οντότητα δεν έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά µε το πρόγραµµα, που πληροί τις ανάγκες του Προτύπου αυτού ή,

(β) το πρόγραµµα εκθέτει τις συµµετέχουσες οικονοµικές οντότητες σε αναλογιστικούς κινδύνους, που συνδέονται µε τους τωρινούς και πρώην εργαζόµενους άλλων οικονοµικών οντοτήτων, µε αποτέλεσµα να µην υπάρχει σταθερή και αξιόπιστη βάση για επιµερισµό της υποχρέωσης, των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και του κόστους στις επί µέρους οικονοµικές οντότητες που συµµετέχουν στο πρόγραµµα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί το πρόγραµµα, όπως αν ήταν ένα πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών και γνωστοποιεί τις πρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται από την παράγραφο 30.

32A Μπορεί να υφίσταται συµβατική συµφωνία ανάµεσα στο πρόγραµµα πολλών εργοδοτών και τους συµµετέχοντες σε αυτό που προσδιορίζει πως θα διανεµηθεί το πλεόνασµα του προγράµµατος στους συµµετέχοντες (ή πως θα καλυφθεί το έλλειµµα). Ο συµµετέχων σε πρόγραµµα πολλών εργοδοτών το οποίο διέπεται από τέτοια συµφωνία, που λογιστικοποιεί το πρόγραµµα ως πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών σύµφωνα µε την παράγραφο 30, θα αναγνωρίσει το περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση που απορρέει από τη συµβατική συµφωνία και το προκύπτον έσοδο ή έξοδο στα αποτελέσµατα.

Παράδειγµα που επεξηγεί την παράγραφο 32Α

Μία οικονοµική οντότητα συµµετέχει σε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών πολλών εργοδοτών που δεν καταρτίζει αποτιµήσεις του προγράµµατος σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 19. Λογιστικοποιεί κατά συνέπεια το πρόγραµµα όπως εάν επρόκειτο για πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών. Μία αποτίµηση του σχηµατισµού κεφαλαίου που δεν έγινε σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 19 εµφανίζει έλλειµµα 100 εκατοµµυρίων στο πρόγραµµα. Το πρόγραµµα έχει συµφωνήσει ένα χρονοδιάγραµµα εισφορών µε τους συµµετέχοντες εργοδότες µε το οποίο θα εξαλειφθεί το έλλειµµα στα επόµενα πέντε έτη. Οι συνολικές εισφορές της οικονοµικής οντότητας βάσει της σύµβασης ανέρχονται σε 8 εκατοµµύρια. Η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει µία υποχρέωση για τις εισφορές, η οποία προσαρµόζεται για να εµφανίσει τη διαχρονική αξία του χρήµατος και ένα έξοδο ίσης αξίας στα αποτελέσµατα.

32B Το ∆ΛΠ 37 Προβλέψεις, Ενδεχόµενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόµενες Απαιτήσεις απαιτεί από την οικονοµική οντότητα να αναγνωρίζει ή να γνωστοποιεί σχετικές πληροφορίες, για ορισµένες ενδεχόµενες υποχρεώσεις. Στο πλαίσιο ενός προγράµµατος πολλών εργοδοτών, µια ενδεχοµένη υποχρέωση µπορεί ναπροκύψει, για παράδειγµα, από:

(α) αναλογιστικές ζηµίες που αφορούν σε άλλες συµµετέχουσες οικονοµικές οντότητες, γιατί κάθε οικονοµική οντότητα που συµµετέχει σε ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών µοιράζεται τους αναλογιστικούς κινδύνους κάθε άλλης συµµετέχουσας οικονοµικήςοντότητας ή

(β) κάθε ευθύνη σύµφωνα µε τους όρους του προγράµµατος για τη χρηµατοδότηση οποιασδήποτε έλλειψης στο πρόγραµµα, αν άλλες οικονοµικές οντότητες σταµατήσουν να συµµετέχουν.

33 Τα προγράµµατα πολλών εργοδοτών διαφέρουν από τα προγράµµατα οµαδικής διαχείρισης. Ένα πρόγραµµαοµαδικής διαχείρισης είναι καθαρά µία συγκέντρωση µεµονωµένων εργοδοτικών προγραµµάτων που συνενώνονται για να επιτραπεί στους συµµετέχοντες εργοδότες να συγκεντρώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για επενδυτικούς σκοπούς και να µειώσουν τα κόστη διοίκησης και διαχείρισης της επένδυσης, αλλά οι διεκδικήσεις των διαφόρων εργοδοτών διαχωρίζονται για το αποκλειστικό όφελος των δικών τους εργαζοµένων. Τα προγράµµατα οµαδικής διαχείρισης παροχών στους εργαζόµενους δεν θέτουν ειδικά λογιστικά προβλήµατα, γιατί υπάρχουν άµεσα διαθέσιµες πληροφορίες για να αντιµετωπίσουν µε τον ίδιο τρόπο, όπως οποιοδήποτε άλλο πρόγραµµα µεµονωµένου εργοδότη και επειδή τέτοια προγράµµατα δεν εκθέτουν τις συµµετέχουσες οικονοµικές οντότητες σε αναλογιστικούς κινδύνους, που συνδέονται µε τους τωρινούς και πρώην εργαζόµενους των άλλων οικονοµικών οντοτήτων. Οι ορισµοί στο Πρότυπο αυτό απαιτούν η οικονοµική οντότητα να ταξινοµεί ένα πρόγραµµαοµαδικής διαχείρισης παροχών στους εργαζόµενους ως πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών ή ως πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, σύµφωνα µε τους όρους του προγράµµατος (συµπεριλαµβανοµένης κάθε τεκµαιρόµενης υποχρέωσης πέραν των τυπικών όρων).

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών που µοιράζουν τους κινδύνους ανάµεσα σε διάφορες οικονοµικές οντότητες που τελούν υπό κοινό έλεγχο

34 Προγράµµατα καθορισµένων παροχών που κατανέµουν τους κινδύνους ανάµεσα σε διάφορες οικονοµικές οντότητες κάτω από κοινό έλεγχο, για παράδειγµα µία µητρική εταιρία και οιθυγατρικές της, δεν αποτελούν προγράµµατα πολλών εργοδοτών.

34A Μία οικονοµική οντότητα που συµµετέχει σε τέτοιο πρόγραµµα θα λάβει πληροφορίες για το πρόγραµµα στο σύνολό του, επιµετρώµενες σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 19 βάσει των παραδοχών που διέπουν το πρόγραµµα στο σύνολό του. Αν υφίσταται συµβατική συµφωνία ή δηλωµένη πολιτική για τη χρέωση του επιµετρώµενου σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 19 καθαρού κόστους των καθορισµένων παροχών του προγράµµατος στο σύνολό του στις µεµονωµένες οικονοµικές οντότητες του οµίλου, η οντότητα θα αναγνωρίζει στις ξεχωριστές ή µεµονωµένες οικονοµικές καταστάσεις το καθαρό κόστος των καθορισµένων παροχών που έχει χρεωθεί µε αυτόν τον τρόπο. Αν δεν υφίσταται τέτοια συµφωνία ή πολιτική, το καθαρό κόστος των καθορισµένων παροχών θα αναγνωρίζεται στις ξεχωριστές ή µεµονωµένες οικονοµικές καταστάσεις της οικονοµικής οντότητας του οµίλου που χρηµατοδοτεί το πρόγραµµα, κατά τον νόµο. Οι λοιπές οικονοµικές οντότητες του οµίλου θα αναγνωρίζουν ένα κόστος που ισούται µε την εισφορά που κατέβαλαν για την περίοδο στις ξεχωριστές ή µεµονωµένεςοικονοµικές τους καταστάσεις.

34B Η συµµετοχή σε τέτοιο πρόγραµµα αποτελεί συναλλαγή συνδεδεµένων µερών για κάθε µεµονωµένη οντότητα του οµίλου. Κατά συνέπεια, µία οικονοµική οντότητα θα προβαίνει στις ακόλουθες γνωστοποιήσεις στις ξεχωριστές ή µεµονωµένες οικονοµικές της καταστάσεις:

(α) τη συµβατική συµφωνία ή δηλωµένη πολιτική για τη χρέωση του καθαρού κόστους των καθορισµένων παροχών ή το γεγονός ότι δεν υπάρχει τέτοια πολιτική,

(β) την πολιτική για τον υπολογισµό της εισφοράς που πρέπει να καταβληθεί από την οικονοµική οντότητα.

(γ) αν η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί τον επιµερισµό του καθαρού κόστους των καθορισµένων παροχών σύµφωνα µε την παράγραφο 34Α, όλες τις πληροφορίες για το πρόγραµµαστο σύνολό του, σύµφωνα µε τις παραγράφους 120-121.

(δ) αν η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί την καταβλητέα εισφορά της περιόδου σύµφωνα µε την παράγραφο 34Α, τις πληροφορίες για το πρόγραµµα στο σύνολό του που απαιτούνται σύµφωνα µε τις παραγράφους 120Α(β)-(ε), (ι), (ιδ), (ιε), (ιζ) και 121. Οι λοιπές γνωστοποιήσεις που απαιτεί η παράγραφος 120Α δεν εφαρµόζονται.

35 [Απαλείφθηκε]

Κρατικά προγράµµατα

36 Η οικονοµική οντότητα πρέπει να λογιστικοποιεί ένα κρατικό πρόγραµµα παροχών µε τον ίδιο τρόπο όπως ένα πρόγραµµα πολλών εργοδοτών (βλέπε παραγράφους 29 και 30).

37 Κρατικά προγράµµατα που καθιερώνονται νοµοθετικά για να καλύπτουν όλες τις οικονοµικές οντότητες (ή όλες τις οικονοµικές οντότητες σε µια συγκεκριµένηκατηγορία, για παράδειγµα έναν ειδικό κλάδο) και λειτουργούνται από την κεντρική κυβέρνηση ή τις τοπικές αυτοδιοικήσεις ή από οποιοδήποτε άλλο σώµα (για παράδειγµα αυτόνοµο όργανο που δηµιουργείται ειδικώς για αυτόν τον σκοπό), το οποίο δεν ελέγχεται ή δεν επηρεάζεται από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα. Μερικά προγράµµατα που καθιερώνονται από την οικονοµική οντότητα παρέχουν και υποχρεωτικές παροχές οι οποίες αντικαθιστούν παροχές που θα καλύπτονταν διαφορετικά από ένα κρατικό πρόγραµµα και πρόσθετες εθελοντικές παροχές. Τέτοια προγράµµατα δεν αποτελούν κρατικά προγράµµατα παροχών.

38 Τα κρατικά προγράµµατα χαρακτηρίζονται στη φύση τους ως προγράµµατα καθορισµένων παροχών ή καθορισµένων εισφορών αναλόγως της υποχρέωσης της οικονοµικής οντότητας, σύµφωνα µε το πρόγραµµα. Πολλά κρατικά προγράµµατα χρηµατοδοτούνται πάνω στη βάση καταβολής κατά τη ροή των εργασιών: Οι εισφορές καθορίζονται σε ένα επίπεδο που αναµένεται και είναι επαρκές για την πληρωµή των απαιτούµενων παροχών πουκαθίστανται καταβλητέες µέσαστηνίδιαπερίοδο. Μελλοντικές παροχές που κερδήθηκαν στην τρέχουσα περίοδο θα εξοφλούνται από µελλοντικές εισφορές. Παρόλα αυτά, στα πιο πολλά κρατικά προγράµµατα, η οικονοµική οντότητα δεν έχει καµιά νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση να καταβάλει αυτές τις µελλοντικές παροχές. Η µόνη υποχρέωσή της είναι να καταβάλει τις εισφορές όταν καθίστανται καταβλητέες και αν η οικονοµική οντότητα σταµατήσει να απασχολεί µέλη του κρατικού προγράµµατος, δεν θα έχει καµιά υποχρέωση να πληρώσει τις παροχές που κέρδισαν οι δικοί της εργαζόµενοι σε προηγούµενα χρόνια. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα κρατικά προγράµµατα είναι συνήθως προγράµµατα καθορισµένων εισφορών. Όµως, στις σπάνιες περιπτώσεις, που ένα κρατικό πρόγραµµα είναι ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα εφαρµόζει τον χειρισµό που περιγράφεται στις παραγράφους 29 και 30.

Ασφαλισµένες παροχές

39 Η οικονοµική οντότητα µπορεί να καταβάλλει ασφάλιστρα για να χρηµατοδοτεί ένα πρόγραµµα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. H οικονοµική οντότητα θα αντιµετωπίζει ένα τέτοιο πρόγραµµα ως πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών, εκτός αν η οικονοµική οντότητα θα έχει (είτε άµεσα είτε έµµεσα µέσω του προγράµµατος) µιανοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση είτε να:

(α) καταβάλει τις παροχές σε εργαζόµενους άµεσα, όταν αυτές καθίστανται πληρωτέες,

(β) πληρώνει πρόσθετα ποσά, αν ο ασφαλιστής δεν καταβάλει όλες τις µελλοντικές παροχές στους εργαζόµενους που αφορούν στην υπηρεσία που προσέφερε ο εργαζόµενος στην τρέχουσα και σεπροηγούµενες περιόδους.

Αν η οικονοµική οντότητα διατηρεί µία τέτοια νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση, θα αντιµετωπίζει το πρόγραµµα ως πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών.

40 Οι ασφαλισµένες από ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο παροχές δεν χρειάζεται να έχουν άµεση ή αυτόµατη σχέση µε την υποχρέωση της οικονοµικής οντότητας για παροχές σε εργαζόµενους. Προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία που περιλαµβάνουν ασφαλιστήρια συµβόλαια υπόκεινται στην ίδια διάκριση µεταξύ λογιστικής καιχρηµατοδότησης, όπως άλλαχρηµατοδοτούµενα προγράµµατα.

41 Όταν µια οικονοµική οντότητα χρηµατοδοτεί µια υποχρέωση παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία εισφέροντας σε ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο, σύµφωνα µε την οποίαη οικονοµική οντότητα (είτε άµεσα, είτε έµµεσα µέσω του προγράµµατος και του µηχανισµού καθορισµού µελλοντικών ασφαλίστρων ή µέσω της σχέσης συνδεδεµένου µέλους µε τον ασφαλιστή) διατηρεί νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση, η καταβολή των ασφαλίστρων δεν ισούται µε τακτοποίησης καθορισµένων εισφορών. Συνεπώς η οικονοµικήοντότητα:

(α) λογιστικοποιεί τo ασφαλιστήριο συµβόλαιο που πληροί τις προϋποθέσεις ως περιουσιακό στοιχείο του προγράµµατος (βλέπε παράγραφο 7) και,

(β) αναγνωρίζει άλλα ασφαλιστήρια συµβόλαια ως δικαιώµατα αποζηµίωσης (αν τα συµβόλαια πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 104Α).

Όταν ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο είναι στο όνοµα ενός συγκεκριµένου συµµετέχοντος στο πρόγραµµαή µιας οµάδας συµµετεχόντων στο πρόγραµµα και η οικονοµική οντότητα δεν έχει καµιά νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση να καλύψει οποιαδήποτε ζηµία από το συµβόλαιο, η οικονοµική οντότητα δεν έχει καµία δέσµευση να καταβάλει παροχές στους εργαζόµενους και ο ασφαλιστής έχει µοναδική ευθύνη την καταβολή των παροχών. H καταβολή καθορισµένων ασφαλίστρων κάτω από τέτοια συµβόλαια είναι ουσιαστικά, η τακτοποίησης της υποχρέωσης παροχής σε εργαζόµενο µάλλον, παρά µια επένδυση για να αντιµετωπιστεί η δέσµευση. Κατά συνέπεια, η οικονοµική οντότητα δεν έχει πλέον περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση. Έτσι, η οικονοµική οντότητα χειρίζεται τέτοιες πληρωµές ωςεισφορές σε πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών.

Παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία: προγράµµατα καθορισµένων εισφορών

43 Η λογιστική για τα προγράµµατα καθορισµένων εισφορών είναι απλή, γιατί η υποχρέωση της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας για κάθε περίοδο προσδιορίζεται από τα ποσά που συνεισφέρονται γι’ αυτήν την περίοδο. Κατά συνέπεια, καµιά αναλογιστική παραδοχή δεν απαιτείται για να επιµετρηθεί η υποχρέωση ή το έξοδο και δεν υπάρχει καµιά πιθανότητα για οποιοδήποτε αναλογιστικό κέρδος ή ζηµιά. Περαιτέρω, οι υποχρεώσεις επιµετρώνται πάνω σε µια απροεξόφλητη βάση, εκτός όταν δεν λήγουν στο σύνολό τους µέσα σε δώδεκα µήνες µετά τη λήξη της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική υπηρεσία.

Αναγνώριση και επιµέτρηση

44 Όταν ένας εργαζόµενος έχει παράσχει υπηρεσία σε µια οικονοµική οντότητα κατά τη διάρκεια µιας περιόδου, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει την καταβλητέα σε ένα πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών εισφορά σε αντάλλαγµα για εκείνη την υπηρεσία:

(α) ως υποχρέωση (δεδουλευµένο έξοδο), µετά την αφαίρεση οποιασδήποτε εισφοράς που ήδη πληρώθηκε. Αν η εισφορά που έχει ήδη πληρωθεί υπερβαίνει την οφειλόµενη εισφορά για υπηρεσία πριν από την ηµεροµηνία του ισολογισµού, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει αυτό το υπερβάλλον ποσό ως περιουσιακό στοιχείο (προπληρωµένη δαπάνη) κατά την έκταση που η προπληρωµή θα οδηγήσει, για παράδειγµα σε µια µείωση µελλοντικών πληρωµών ή επιστροφή µετρητών και,

(β) ως έξοδο, εκτός αν ένα άλλο Πρότυπο απαιτεί ή επιτρέπει τη συµπερίληψη των παροχών στο κόστος του περιουσιακού στοιχείου (βλέπε, για παράδειγµα, ∆ΛΠ 2 Αποθέµατα και ∆ΛΠ 16 Ενσώµατες Ακινητοποιήσεις).

45 Όταν οι εισφορές σε ένα πρόγραµµα καθορισµένων εισφορών που δεν λήγουν στο σύνολό τους µέσα σε δώδεκα µήνες µετά τη λήξη της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική υπηρεσία, θα προεξοφλούνται χρησιµοποιώντας προεξοφλητικό επιτόκιο που καθορίζεταιστην παράγραφο 78.

Γνωστοποιήσεις

46 Η οικονοµική οντότητα θα γνωστοποιεί το ποσό που αναγνωρίζεται ως έξοδο για προγράµµατακαθορισµένων εισφορών.

47 Όπου απαιτείται από το ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά µε τις εισφορές σε προγράµµατα καθορισµένων εισφορών γιατα βασικά διοικητικά στελέχη.

Παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία: προγράµµατα καθορισµένων παροχών

48 Η λογιστική για τα προγράµµατα καθορισµένων παροχών είναι πολύπλοκη, γιατί απαιτούνται αναλογιστικές παραδοχές για να επιµετρηθεί η υποχρέωση και το έξοδο, ενώ υπάρχει πιθανότητα αναλογιστικών κερδών και ζηµιών. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις επιµετρώνται πάνω σε µια προεξοφλητική βάση, γιατί µπορεί να διακανονισθούν µετά από πολλάχρόνιααπό την παροχή της σχετικής υπηρεσίας από τουςεργαζόµενους.

Αναγνώριση και επιµέτρηση

49 Τα προγράµµατα καθορισµένων παροχών µπορεί να µην είναι χρηµατοδοτούµενα ήνα είναι εξ’ ολοκλήρου ή εν µέρει χρηµατοδοτούµενα από µία οικονοµική οντότητα και µερικές φορές από τους εργαζόµενούς αυτής σε µία οικονοµική οντότητα ή έναν φορέα, που είναι νοµικά ξεχωριστός από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα και από τον οποίο καταβάλλονται οι παροχές στους εργαζόµενους. Η πληρωµή των χρηµατοδοτούµενων παροχών, όταν καθίστανται καταβλητέες εξαρτάται όχι µόνο από την οικονοµική κατάσταση και την επενδυτική απόδοση του φορέα, αλλά επίσης και από την ικανότητα της οικονοµικής οντότητας (και την προθυµία) να αποκαταστήσει κάθε προσωρινό έλλειµµα στα κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία του φορέα. Έτσι, η οικονοµική οντότητα αντασφαλίζει ουσιαστικά τους αναλογιστικούς και επενδυτικούς κινδύνους που συνδέονται µε το πρόγραµµα. Κατά συνέπεια, η αναγνωριζόµενη δαπάνη για ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών δεν είναι κατ’ ανάγκη το ποσό της εισφοράς που οφείλεται για την περίοδο.

50 Η λογιστική από την οικονοµική οντότητα για προγράµµατα καθορισµένων παροχών περιλαµβάνει τα ακόλουθα βήµατα:

(α) χρήση αναλογιστικών τεχνικών για να γίνει µια αξιόπιστη εκτίµηση του ποσού της παροχής, που οι εργαζόµενοι έχουν κερδίσει σε ανταπόδοση της υπηρεσίας τους κατά την τρέχουσα και τις προηγούµενες περιόδους. Αυτό απαιτεί από την οικονοµική οντότητα να προσδιορίσει το ποσοστό της παροχής που αποδίδεται στην τρέχουσα και στις προηγούµενες περιόδους (βλέπε παραγράφους 67-71) και να κάνει εκτιµήσεις (αναλογιστικές παραδοχές) για τις δηµογραφικές µεταβλητές (όπως η κινητικότητα του προσωπικού και η θνησιµότητα) και οικονοµικές µεταβλητές (όπως µελλοντικές αυξήσεις σε µισθούς και σε ιατροφαρµακευτικές δαπάνες) που θα επηρεάσουν το κόστος της παροχής (βλέπε παραγράφους 72-91),

(β) προεξόφληση της παροχής αυτής χρησιµοποιώντας τη Μέθοδο Προβεβληµένης Πιστωτικής Μονάδας για να προσδιορίσει την παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένης παροχής και το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης (βλέπε παραγράφους 64-66),

(γ) προσδιορισµό της εύλογης αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος (βλέπε παραγράφους 102-104),

(δ) προσδιορισµό του συνολικού ποσού των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών και του ποσού εκείνων των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών που πρέπει να αναγνωριστούν (βλέπε παραγράφους 92-95),

(ε) όταν ένα πρόγραµµα έχει εισαχθεί ή µεταβληθεί, προσδιορισµό του προκύπτοντος κόστους προϋπηρεσίας (βλέπε παραγράφους 96 -101) και,

(στ) όταν ένα πρόγραµµα έχει περικοπεί ή τακτοποιηθεί, προσδιορισµό του προκύπτοντοςκέρδουςή ζηµίας (βλέπε παραγράφους 109-115).

Όπου µια οικονοµική οντότητα έχει περισσότερα από ένα προγράµµατα καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα εφαρµόζει τις διαδικασίες αυτές ξεχωριστά για κάθε σηµαντικό πρόγραµµα.

51 Σε µερικές περιπτώσεις, εκτιµήσεις, µέσοι όροι και υπολογιστικές συντοµεύσεις µπορεί να παρέχουν µια αξιόπιστη προσέγγιση των λεπτοµερειακών υπολογισµών που απεικονίζονται στο Πρότυπο αυτό.

Λογιστική για τεκµαιρόµενη υποχρέωση

52 Η οικονοµική οντότητα πρέπει να λογιστικοποιεί όχι µόνο τη νοµική της υποχρέωση σύµφωνα µε τους τυπικούς όρους ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών, αλλά επίσης κάθε τεκµαιρόµενη υποχρέωση που ανακύπτει από τις άτυπες τακτικές της οικονοµικής οντότητας. Άτυπες τακτικές δηµιουργούν τεκµαιρόµενη υποχρέωση, όταν η οικονοµική οντότητα δεν έχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση παρά να καταβάλει τις παροχές εργαζόµενων. Ένα παράδειγµα µιας τεκµαιρόµενης υποχρέωσης είναι, όταν µια µεταβολή στις άτυπες πρακτικές της οικονοµικής οντότητας θα προξενούσε µία µη αποδεκτή ζηµία στη σχέση της µε τους εργαζόµενους.

53 Οι τυπικοί όροι ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών µπορεί να επιτρέπουν στην οικονοµική οντότητα να τερµατίσει την υποχρέωσή της σύµφωνα µε το πρόγραµµα. Παρόλα αυτά, είναι συνήθως δύσκολο για µια οικονοµική οντότητα να ακυρώσει ένα πρόγραµµα, αν οι εργαζόµενοι πρόκειται να παραµείνουν στην υπηρεσία. Συνεπώς, σε απουσία απόδειξης για το αντίθετο, η λογιστικοποίηση των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία προϋποθέτει ότι η οικονοµική οντότητα, η οποία υπόσχεται κατά το παρόν τέτοιες παροχές θα συνεχίσει να πράττει έτσι κατά τη διάρκεια της αποµένουσας εργασιακής ζωής τωνεργαζόµενων.

Ισολογισµός

54 Το ποσό που αναγνωρίζεται ως υποχρέωση καθορισµένων παροχών θα είναι το καθαρό σύνολο των ακολούθων ποσών:

(α) της παρούσας αξίας της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού (βλέπε παράγραφο 64),

(β) πλέον οποιαδήποτε αναλογιστικά κέρδη (µείον οποιεσδήποτε αναλογιστικές ζηµίες) που δεν αναγνωρίσθηκαν, λόγω του χειρισµού που καθορίζεται στις παραγράφους 92 και 93,

(γ) µείον οποιοδήποτε κόστος προϋπηρεσίας που δεν έχει αναγνωρισθεί ακόµη (βλέπε παράγραφο 96),

(δ) µείον την εύλογη αξίακατά την ηµεροµηνία του ισολογισµούτων περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (αν υπάρχουν) από τα οποία οι υποχρεώσεις θα διακανονιστούν άµεσα (βλέπε παραγράφους 102 -104).

55 Η παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένης παροχής είναι η µικτή υποχρέωση, πριν από την αφαίρεση της εύλογης αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος.

56 Η οικονοµική οντότητα θα προσδιορίζει την παρούσα αξία των υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και την εύλογη αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος αρκετά τακτικά, ώστε τα αναγνωριζόµενα ποσά στις οικονοµικές καταστάσεις να µη διαφέρουν ουσιωδώς από τα ποσά που θα προσδιορίζονταν κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού.

57 Το Πρότυπο αυτό ενθαρρύνει, αλλά δεν απαιτεί, η οικονοµική οντότητα να εµπλέκει έναν εγκεκριµένο αναλογιστή στην επιµέτρηση όλων των σηµαντικών υποχρεώσεων των καθορισµένων παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Για πρακτικούς λόγους, η οικονοµική οντότητα µπορεί να ζητήσει από εγκεκριµένο αναλογιστή να διεξαγάγει µια λεπτοµερειακή επιµέτρηση της υποχρέωσης, πριν από την ηµεροµηνία του ισολογισµού. Παρόλα αυτά, τα αποτελέσµατα αυτής της αποτίµησης πρέπει να είναι ενηµερωµένα για οποιαδήποτε σηµαντική συναλλαγή και άλλες σηµαντικές µεταβολές στις συνθήκες (περιλαµβανοµένων των µεταβολών σε αγοραίες τιµές και επιτόκια) µέχρι την ηµεροµηνία τουισολογισµού.

58 Το ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54 µπορεί να είναι αρνητικό (ένα περιουσιακό στοιχείο). Η οικονοµική οντότητα θα επιµετρά το προκύπτον περιουσιακό στοιχείο στο χαµηλότερο από:

(α) το ποσό που προσδιορίζεταισύµφωνα µετην παράγραφο 54 και,

(β) το σύνολο:

(i)

των οποιωνδήποτε µη αναγνωρισµένων αναλογιστικών ζηµιών και κόστους προϋπηρεσίας (βλέπε παραγράφους 92, 93 και 96) και,

(ii)

της παρούσας αξίας οποιωνδήποτε οικονοµικών παροχών διαθέσιµων µε τη µορφή επιστροφών από το πρόγραµµαή µειώσεων µελλοντικών εισφορών στο πρόγραµµα. Η παρούσα αξία των οικονοµικών αυτών παροχών θα προσδιορίζεται µε τη χρήση του προεξοφλητικού επιτοκίου που ορίζεται στην παράγραφο 78.

58A Η εφαρµογή της παραγράφου 58 δεν θα καταλήγει σε ένα κέρδος αναγνωρισµένο, µόνον ως αποτέλεσµα αναλογιστικής ζηµίας ή κόστους προϋπηρεσίας στην τρέχουσα περίοδο ή σε ζηµία αναγνωριζόµενη µόνον ως αποτέλεσµα αναλογιστικού κέρδους στην τρέχουσα περίοδο. Εποµένως, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 τα ακόλουθα, κατά την έκταση που αυτά ανακύπτουν, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία των καθορισµένων παροχών προσδιορίζονται σύµφωνα µε την παράγραφο 58(β):

(α) καθαρές αναλογιστικές ζηµίες της τρέχουσας περιόδου και κόστος προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου κατά την έκταση που αυτά υπερβαίνουν κάθε µείωση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών που ορίζονται στην παράγραφο 58(β)(ii). Αν δεν υπάρχει µεταβολή ή αύξηση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών, ολόκληρη η αναλογιστική ζηµία της τρέχουσας περιόδου και του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου θα αναγνωρίζονται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54.

(β) τα καθαρά αναλογιστικά κέρδη της τρέχουσας περιόδου µετά την αφαίρεση του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου κατά την έκταση που αυτά υπερβαίνουν κάθε αύξηση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών που ορίζονται στην παράγραφο 58(β)(ii). Αν δεν υπάρχει µεταβολή ή µείωση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών, ολόκληρα τα καθαρά αναλογιστικά κέρδη της τρέχουσας περιόδου µετά την αφαίρεση του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου θα αναγνωρίζονται αµέσως, σύµφωνα µε την παράγραφο 54.

58B Η παράγραφος 58Α εφαρµόζεται από µία οικονοµική οντότητα µόνον αν έχει κατά την έναρξη ή το τέλος της λογιστικής περιόδου πλεόνασµα* σε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών και δεν µπορεί, βάσει των παρόντων όρων του προγράµµατος, να ανακτήσει πλήρως το πλεόνασµα αυτό, µέσω επιστροφών ή µειώσεων µελλοντικών εισφορών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κόστος προϋπηρεσίας και οι αναλογιστικές ζηµίες που ανακύπτουν στην περίοδο, η αναγνώριση των οποίων µεταφέρεται µελλοντικά σύµφωνα µε την παράγραφο 54(β)(i), θα αυξήσουν το ποσό που ορίζεται στην παράγραφο 58. Αν η αύξηση αυτή δεν συµψηφιστεί µε ισόποση µείωση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών που χρήζουν αναγνώρισης σύµφωνα µε την παράγραφο 58(β)(ii), θα υπάρξει αύξηση στο καθαρό σύνολο που ορίζεται στην παράγραφο 58(β) και ως εκ τούτου, κέρδος αναγνωρισµένο. Η παράγραφος 58Α απαγορεύει την αναγνώριση κέρδους σε αυτές τις περιπτώσεις. Η αντίθετη επίδραση προκύπτει µε αναλογιστικά κέρδη που προκύπτουν στην περίοδο, η αναγνώριση των οποίων µεταφέρεται µελλοντικά σύµφωνα µε την παράγραφο 54, κατά την έκταση που τα αναλογιστικά κέρδη µειώνουν τις σωρευµένες µη αναγνωρισµένες αναλογιστικές ζηµίες. Η παράγραφος 58Α απαγορεύει την αναγνώριση ζηµίας σε αυτές τις περιπτώσεις. Για παραδείγµατα εφαρµογής αυτής της παραγράφου βλέπε ΠαράρτηµαΓ.

Ένα περιουσιακό στοιχείο µπορεί να ανακύψει, όπου ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών έχει υπερχρηµατοδοτηθεί ή σε ορισµένες περιπτώσεις, όπου έχουν αναγνωριστεί αναλογιστικά κέρδη. Η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει περιουσιακό στοιχείο σε αυτές τις περιπτώσεις, γιατί:

(α) η οικονοµική οντότητα ελέγχει τον πόρο, που είναι η δυνατότητα χρήσης του πλεονάσµατοςγιατη δηµιουργία µελλοντικών παροχών,

* Έναπλεόνασµαείναι το υπερβάλλοντης εύλογηςαξίας τωνπεριουσιακών στοιχείων του προγράµµατοςσεσχέση µετην παρούσα αξία τηςυποχρέωσης καθορισµένης παροχής.

(β) ο έλεγχος αυτός είναι αποτέλεσµα παρελθόντων γεγονότων (καταβληθείσες από την οικονοµική οντότητα εισφορές και παρασχεθείσα υπηρεσία από τον εργαζόµενο) και,

(γ) µελλοντικά οικονοµικά οφέλη είναι διαθέσιµα στην οικονοµική οντότητα µε τη µορφή µείωσης µελλοντικών εισφορών ή επιστροφής µετρητών είτε άµεσα στην οικονοµικήοντότητα είτε έµµεσα σε ένα άλλο ελλειµµατικό πρόγραµµα.

Το όριο της παραγράφου 58(β) δεν κατισχύει της καθυστερηµένης αναγνώρισης ορισµένων αναλογιστικών ζηµιών (βλέπε παραγράφους 92 και 93) και ορισµένου κόστους προϋπηρεσίας (βλέπε παράγραφο 96), πλην αυτού που ορίζεται στην παράγραφο 58Α. Όµως, το όριο αυτό κατισχύει της µεταβατικής εναλλακτικής λύσης προαίρεσης της παραγράφου 155(β). Η παράγραφος 120(στ)(iii) απαιτεί από την οικονοµική οντότητα να γνωστοποιεί οποιοδήποτε µη αναγνωρισµένο ποσό, ως περιουσιακό στοιχείο, λόγω του ορίου στην παράγραφο 58(β).

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 60

Ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Παρούσα αξία της υποχρέωσης

1.100

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος

(1.190)

(90)

Μη αναγνωρισµένες αναλογιστικές ζηµιές

(110)

Μη αναγνωρισµένο κόστος προϋπηρεσίας

(70)

Μη αναγνωρισµένη αύξηση της υποχρέωσης κατά την αρχική

υιοθέτηση του Προτύπου βάσει της παραγράφου 155(β)

(50)

Αρνητικό ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54

(320)

Παρούσα αξία διαθέσιµων µελλοντικών επιστροφών και µειώσεων

µελλοντικών εισφορών

90

Το όριο σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β) υπολογίζεται ως

ακολούθως:

Μη αναγνωρισµένες αναλογιστικές ζηµιές

110

Μη αναγνωρισµένο κόστος προϋπηρεσίας

70

Παρούσα αξία διαθέσιµων µελλοντικών επιστροφών και µειώσεων

µελλοντικών εισφορών

90

Όριο

270

270 είναι λιγότερο από 320. Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίσει ένα

περιουσιακό στοιχείο των 270 και θα γνωστοποιήσει ότι το όριο µείωσε η λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά 50 [(βλέπε παράγραφο 120.Α(στ)(iii).

Αποτελέσµατα

Η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το καθαρό σύνολο των ακολούθων ποσών στα αποτελέσµατα, εκτός κατά την έκταση που ένα άλλο Πρότυπο απαιτεί ή επιτρέπει τη συµπερίληψή τους στο κόστος ενός περιουσιακού στοιχείου:

(α) το κόστος τρέχουσας απασχόλησης (βλέπε παραγράφους 63-91),

(β) το κόστος τόκων (βλέπε παράγραφο 82),

(γ) την αναµενόµενη απόδοση από οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του προγράµµατος (βλέπε παραγράφους 105-107) και από οποιοδήποτε δικαίωµα αποζηµίωσης (βλέπε παράγραφο 104Α),

(δ) τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες όπως απαιτείται από τη λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας (βλέπε παραγράφους 92-93∆),

(ε) κόστος προϋπηρεσίας (βλέπε παράγραφο 96),);

(στ) την επίδραση οποιασδήποτε περικοπής ή διακανονισµού (βλέπε παραγράφους 109 και 110) και

(ζ) την επίδραση του ορίου της παραγράφου 58(β), µε εξαίρεση αν αναγνωρίζεται εκτός των αποτελεσµάτων σύµφωνα µε την παράγραφο 93Γ.

62 ΆλλαΠρότυπααπαιτούντησυµπερίληψηορισµένωνκοστώνπαροχώνσεεργαζόµενουςµέσα στο κόστος των περιουσιακών στοιχείων όπως αποθεµάτων ή ενσώµατων ακινητοποιήσεων (βλέπε ∆ΛΠ 2, Αποθέµατα και ∆ΛΠ 16, Ενσώµατες Ακινητοποιήσεις). Οποιοδήποτε έξοδο παροχής µετά την έξοδο από την υπηρεσία που περιλαµβάνεται στο κόστος τέτοιων περιουσιακών στοιχείων ενσωµατώνει την κατάλληλη αναλογία από τα συνθετικά στοιχεία πουαναφέρονται στον κατάλογο της παραγράφου 61.

Αναγνώριση και επιµέτρηση παρούσα αξία υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και τρέχον κόστος υπηρεσίας

63 Το οριστικό κόστος ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών µπορεί να επηρεάζεται από πολλές µεταβλητές, όπως τελικοί µισθοί, κινητικότητα προσωπικού και θνησιµότητα, τάσεις ιατροφαρµακευτικών δαπανών και, για ένα χρηµατοδοτούµενο πρόγραµµα, τα επενδυτικά οφέλη από τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος. Το οριστικό κόστος του προγράµµατος είναι αβέβαιο και αυτή η αβεβαιότητα πιθανόν να παραµείνει κατά τη διάρκεια µιας µακρόχρονης περιόδου. Γιαναεπιµετρηθείηπαρούσααξίατωνυποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και του σχετικού κόστους της τρέχουσας απασχόλησης, είναι αναγκαίο να:

(α) εφαρµοστεί µια µέθοδος αναλογιστικής αποτίµησης (βλέπε παραγράφους 64-66),

(β) κατανεµηθεί ηπαροχή σε περιόδουςυπηρεσίας (βλέπε παραγράφους 67-71) και,

(γ) ναγίνουν αναλογιστικές παραδοχές (βλέπε παραγράφους 72 -91).

Μέθοδος αναλογιστικής αποτίµησης

64 Η οικονοµική οντότητα θα χρησιµοποιεί τη Μέθοδο Προβεβληµένης Πιστωτικής Μονάδας Υποχρέωσης για να προσδιορίζει την παρούσα αξία των υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών και του σχετικού κόστους της τρέχουσας απασχόλησης και όπουαρµόζει, του κόστους προϋπηρεσίας.

65 Η Μέθοδος Προβεβληµένης Πιστωτικής Μονάδας Υποχρέωσης(µερικές φορές γνωστή και ως µέθοδος των δεδουλευµένων παροχών επιµερισµένων ανάλογα µε την υπηρεσία ή ως µέθοδος παροχές/έτη υπηρεσίας) θεωρεί ότι κάθε περίοδος υπηρεσίας δηµιουργεί µια επιπρόσθετη µονάδα δικαιώµατος στις παροχές (βλέπε παραγράφους 67-71) και επιµετρά κάθε µονάδα ξεχωριστά για να δηµιουργήσει την τελική υποχρέωση (βλέπε παραγράφους 72-91).

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 65

Ένα εφάπαξ ποσό οφειλής είναι πληρωτέο κατά τη λήξη της υπηρεσίας ίσο προς 1% των ετήσιων αποδοχών για κάθε έτος υπηρεσίας. Ο µισθός το έτος 1 είναι 10000 και υποτίθεται ότι αυξάνει κατά 7% (σύνθετος τόκος) ετησίως. Το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιµοποιείται είναι 10% ετησίως. Ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει πώς δηµιουργείται η υποχρέωση για έναν εργαζόµενο που αναµένεται να αποχωρήσει στο τέλος του 5ου έτους, µε την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν µεταβολές στις αναλογιστικές παραδοχές. Για απλοποίηση, το παράδειγµα αυτό αγνοεί την πρόσθετη προσαρµογή που χρειάζεται για να απεικονισθεί η πιθανότητα ότι ο εργαζόµενος µπορεί να εγκαταλείψει την οικονοµική οντότητα σε προγενέστερη ή µεταγενέστερη ηµεροµηνία.

Έτος 1 2 3 4 5

Παροχές αποδιδόµενες σε:

-προηγούµενα έτη 0 131 262 393 524

τρέχον έτος (1% του τελικού µισθού) 131 131 131 131 131

τρέχον και προηγούµενα έτη 131 262 393 524 655

Έτος 1 2 3 4 5 Υποχρέωση έναρξης – 89 196 324 476 Τόκος 10% – 9 20 33 48 Κόστος τρέχουσας απασχόλησης 89 98 108 119 131 Υποχρέωση λήξης 89 196 324 476 655

Σηµείωση: Η υποχρέωση έναρξης είναι η παρούσα αξία της παροχής που αποδίδεται στα

  1. προηγούµενα έτη. Το κόστος τρέχουσας απασχόλησης είναι η παρούσα αξία της παροχής που
  2. αποδίδεται στο τρέχον έτος. Η υποχρέωση λήξης είναι η παρούσα αξία της παροχής που αποδίδεται σε τρέχον
  3. και προηγούµενα έτη.

66 Η οικονοµική οντότητα προεξοφλεί το σύνολο µιας υποχρέωσης καθορισµένων παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία, ακόµη και αν µέρος της υποχρέωσης καθίστανται πληρωτέο µέσα σε δώδεκα µήνες από την ηµεροµηνίατουισολογισµού.

Κατανοµή παροχών σε περιόδους υπηρεσίας

67 Κατά τον προσδιορισµό της παρούσας αξίας των υποχρεώσεών της για καθορισµένες παροχές και του σχετικού κόστους τρέχουσας απασχόλησης και, όπου αρµόζει, κόστους προϋπηρεσίας, η οικονοµική οντότητα θα κατανέµει τις παροχές σε περιόδους υπηρεσίας σύµφωνα µε τον τύπο του προγράµµατος παροχών. Όµως, αν η υπηρεσία ενός εργαζόµενου σε µεταγενέστερα έτη θα οδηγήσει σε ένα σηµαντικά υψηλότερο επίπεδο παροχών από ότι σε προηγούµενα έτη, η οικονοµική οντότητα θα κατανέµει τις παροχές σε σταθερή βάση από:

(α) την ηµεροµηνία από την οποία η υπηρεσία του εργαζόµενου αρχικά οδηγεί σε παροχές, σύµφωνα µε το πρόγραµµα (είτε οι παροχές θα είναι εξαρτώµενες ή όχι από µελλοντική υπηρεσία είτε όχι), µέχρι

(β) την ηµεροµηνία κατά την οποία περαιτέρω υπηρεσία από τον εργαζόµενο δεν οδηγεί σε σηµαντικές αυξήσεις των µελλοντικών παροχών, σύµφωνα µε το πρόγραµµα, πέραν των πρόσθετων µισθολογικών αυξήσεων.

Η Μέθοδος Προβεβληµένης Πιστωτικής Μονάδας Υποχρέωσης απαιτεί από την οικονοµική οντότητα να κατανέµει το όφελος στην τρέχουσα περίοδο (για να µπορεί να προσδιορίζει το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης) και στην τρέχουσα και σε προηγούµενες περιόδους (για να µπορεί να προσδιορίσει την παρούσα αξία υποχρεώσεων καθορισµένων παροχών). Η οικονοµική οντότητα κατανέµει τις παροχές στις περιόδους που προκύπτει η υποχρέωση χορηγίας των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Η υποχρέωση αυτή προκύπτει, καθώς οι εργαζόµενοι παρέχουν υπηρεσίες σε ανταπόδοση παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία, τις οποίες η οικονοµική οντότητα αναµένει να καταβάλει σε µελλοντικές περιόδους αναφοράς . Αναλογιστικές τεχνικές επιτρέπουν στην οικονοµική οντότητα την επιµέτρηση αυτής της υποχρέωσης µε αρκετή αξιοπιστία που ναδικαιολογεί αναγνώριση της υποχρέωσης.

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 68

1. Ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών παρέχει όφελος εφάπαξ ποσού 100 πληρωτέου κατά την αφυπηρέτηση για κάθε έτος υπηρεσίας. Το όφελος των 100 κατανέµεται σε κάθε έτος. Το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης είναι η παρούσα αξία των 100. παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών είναι η παρούσα αξία των 100, πολλαπλασιαζόµενη επί τον αριθµό των ετών υπηρεσίας µέχρι την ηµεροµηνία του ισολογισµού. Αν το όφελος είναι πληρωτέο άµεσα, µε την αποχώρηση του εργαζόµενου από την οικονοµική οντότητα, το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης και η παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών αντανακλούν την ηµεροµηνία κατά την οποία ο εργαζόµενος αναµένεται να αποχωρήσει. Έτσι, λόγω της επίδρασης της προεξόφλησης, αυτά είναι µικρότερα από τα ποσά που θα προσδιορίζονταν, αν ο εργαζόµενος αποχωρούσε κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού. 2. Ένα πρόγραµµα παρέχει µηνιαία σύνταξη 0,2% επί του τελικού µισθού για κάθε έτος υπηρεσίας. Η σύνταξη είναι πληρωτέα από την ηλικία των 65 ετών. Παροχές ίσες µε την παρούσα αξία, κατά την αναµενόµενη ηµεροµηνία αφυπηρέτησης, µηνιαίας σύνταξης 0,2% του υπολογισµένου τελικού µισθού, πληρωτέες από την αναµενόµενη ηµεροµηνία αποχώρησης µέχρι την αναµενόµενη ηµεροµηνία θανάτου κατανέµεται σε κάθε έτος υπηρεσίας. Το κόστος τρέχουσας απασχόλησης είναι η παρούσα αξία αυτών των παροχών. παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών είναι η παρούσα αξία των πληρωµών µηνιαίας σύνταξης 0,2% επί του τελικού µισθού, πολλαπλασιαζόµενη µε τον αριθµό των ετών υπηρεσίας µέχρι την ηµεροµηνία του ισολογισµού. Το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης και η παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών προεξοφλούνται, γιατί οι πληρωµές της σύνταξης αρχίζουν στην ηλικία των 65.

Η υπηρεσία του εργαζόµενου δηµιουργεί µια υποχρέωση προγράµµατος καθορισµένων παροχών, ακόµη και αν οι παροχές εξαρτώνται από µελλοντική απασχόληση (µε άλλα λόγια δεν είναι κατοχυρωµένες). Η υπηρεσία του εργαζόµενου πριν την ηµεροµηνία κατοχύρωσης δηµιουργεί τεκµαιρόµενη υποχρέωση γιατί, σε κάθε διαδοχική ηµεροµηνία ισολογισµού, το ποσό της µελλοντικής υπηρεσίας που ένας εργαζόµενος θα πρέπει να παράσχει πριν να δικαιούται τις παροχές µειώνεται. Κατά την επιµέτρηση της υποχρέωσής της για καθορισµένες παροχές, η οικονοµική οντότητα λαµβάνει υπόψη την πιθανότητα ότι µερικοί εργαζόµενοι µπορεί να µην πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις κατοχύρωσης. Οµοίως, µολονότι ορισµένες παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, για παράδειγµα ιατροφαρµακευτικές παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία, καθίστανται πληρωτέες µόνο, αν ένα συγκεκριµένο γεγονός συµβεί, όταν ο εργαζόµενος δεν απασχολείται πλέον, η υποχρέωση δηµιουργείται όταν ο εργαζόµενος παρέχει υπηρεσία που του παρέχει δικαίωµα στις παροχές, αν το συγκεκριµένο γεγονός συµβεί. Η πιθανότητα ότι το συγκεκριµένο γεγονός θα συµβεί επηρεάζει την επιµέτρηση της υποχρέωσης, αλλά δεν καθορίζει αν και κατά πόσο η υποχρέωση υφίσταται.

Παραδείγµατα που απεικονίζουν την παράγραφο 69

1. Ένα πρόγραµµα καταβάλλει παροχές 100 για κάθε έτος υπηρεσίας. Οι παροχές κατοχυρώνονται µετά από δέκα έτη υπηρεσίας. Το όφελος των 100 κατανέµεται σε κάθε έτος. Σε κάθε ένα από τα πρώτα δέκα έτη, το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης και η παρούσα αξία της υποχρέωσης αντανακλούν την πιθανότητα ότι ο εργαζόµενος µπορεί να µην συµπληρώνει δέκα χρόνια απασχόλησης 2. Ένα πρόγραµµα καταβάλλει παροχές 100 για κάθε έτος υπηρεσίας, πλην υπηρεσίας πριν την ηλικία των 25 ετών. Οι παροχές κατοχυρώνονται άµεσα. Καµία παροχή δεν κατανέµεται για υπηρεσία πριν από την ηλικία των 25 ετών, γιατί η υπηρεσία πριν από αυτή την ηµεροµηνία δεν οδηγεί σε παροχές (εξαρτηµένες ή µη εξαρτηµένες από µελλοντική υπηρεσία). Οι παροχές των 100 κατανέµονται σε καθένα από τα επόµενα έτη.

Η υποχρέωση αυξάνει µέχρι την ηµεροµηνία κατά την οποίαπεραιτέρω υπηρεσία από τον εργαζόµενο δεν οδηγεί σε σηµαντικά ποσά πρόσθετων παροχών. Συνεπώς, όλες οι παροχές κατανέµονται σε περιόδους που λήγουν την ή πριν από αυτή την ηµεροµηνία. Οι παροχές κατανέµονται σε κάθε περίοδο, σύµφωνα µε τον τύπο του προγράµµατος παροχών. Όµως, αν η υπηρεσία ενός εργαζόµενου σε µεταγενέστερα έτη θα οδηγήσει σε ένα σηµαντικά υψηλότερο επίπεδο παροχών από ότι σε προηγούµενα χρόνια, η οικονοµική οντότητα κατανέµει τις παροχές πάνω σε µια σταθερή βάση µέχρι την ηµεροµηνία που η περαιτέρω υπηρεσία από τον εργαζόµενο θα οδηγήσει σε µη σηµαντική αύξηση περαιτέρω παροχών. Αυτό, γιατί η υπηρεσία του εργαζόµενου καθ’όλη τη διάρκεια της περιόδου θα οδηγήσει τελικά σε παροχές σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο.

Παραδείγµατα που απεικονίζουν την παράγραφο 70

  1. 1. Ένα πρόγραµµα καταβάλλει παροχές εφάπαξ ποσού 1000, που κατοχυρώνονται µετά από δέκα έτη υπηρεσίας. Το πρόγραµµα δεν προβλέπει περαιτέρω παροχές για µεταγενέστερη υπηρεσία.

Οι παροχές των 100 (1000 διαιρούµενο µε το δέκα) κατανέµονται σε κάθε ένα από τα δέκα πρώτα έτη. Το κόστος τρέχουσας απασχόλησης σε κάθε ένα από τα πρώτα δέκα έτη αντανακλά την πιθανότητα ότι ο εργαζόµενος µπορεί να µην συµπληρώσει δέκα έτη υπηρεσίας. Καµία παροχή δεν κατανέµεται σε µεταγενέστερα έτη.

Συνέχεια από την προηγούµενη σελίδα Παραδείγµατα που απεικονίζουν την παράγραφο 70

2. Ένα πρόγραµµα καταβάλλει παροχές αφυπηρέτησης εφάπαξ ποσού 2000 σε όλους τους εργαζόµενους, που απασχολούνται ακόµη στην ηλικία των 55 µετά από είκοσι έτη υπηρεσίας ή που απασχολούνται ακόµη στην ηλικία των 65, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας. Για τους εργαζόµενους που προσλαµβάνονται πριν από την ηλικία των 35, η υπηρεσία οδηγεί για πρώτη φορά σε παροχές σύµφωνα µε το πρόγραµµα στην ηλικία των 35 (ο εργαζόµενος θα µπορούσε να αποχωρήσει στην ηλικία των 30 και να επιστρέψει στην ηλικία των 33 χωρίς επίπτωση στο ποσό ή στο χρονοδιάγραµµα των παροχών). Οι παροχές αυτές εξαρτώνται από µελλοντική υπηρεσία. Επίσης, υπηρεσία µετά την ηλικία των 55 δεν θα οδηγήσει σε σηµαντικό ποσό περαιτέρω παροχών. Γι’ αυτούς τους εργαζόµενους, η οικονοµική οντότητα κατανέµει παροχές 100 (2000 διαιρούµενο µε το 20) για κάθε έτος από την ηλικία των 35 µέχρι την ηλικία των 55. Για εργαζόµενους που προσλαµβάνονται µεταξύ των ηλικιών 35 και 45, η υπηρεσία πέραν των είκοσι ετών δεν θα αυξήσει σηµαντικά το ύψος των παροχών. Για αυτούς τους απασχολούµενους, η οικονοµική οντότητα κατανέµει την παροχή των 100 (2000 διαιρούµενο µε 20) σε κάθε ένα από τα πρώτα είκοσι έτη. Για έναν εργαζόµενο που προσλαµβάνεται στην ηλικία των 55, υπηρεσία πέρα των δέκα ετών δεν θα οδηγήσει σε σηµαντικό ποσό περαιτέρω παροχών. Γι’ αυτόν τον εργαζόµενο, η οικονοµική οντότητα κατανέµει παροχές των 200 (2000 διαιρούµενο µε το 10) σε κάθε έτος από τα πρώτα δέκα έτη. Για όλους τους εργαζόµενους, το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης και η παρούσα αξία της υποχρέωσης αντανακλούν την πιθανότητα ότι ο εργαζόµενος µπορεί να µην συµπληρώνει την αναγκαία περίοδο απασχόλησης. 3. Ένα ιατροφαρµακευτικό πρόγραµµα µετά την έξοδο από την υπηρεσία αποζηµιώνει το 40% του ιατροφαρµακευτικού κόστους, αν ο εργαζόµενος αποχωρήσει µετά από περισσότερα από δέκα και λιγότερο από είκοσι έτη υπηρεσίας και 50% αυτού του κόστους, αν ο εργαζόµενος αποχωρήσει µετά από είκοσι ή περισσότερα έτη υπηρεσίας. Σύµφωνα µε τον τύπο του προγράµµατος για τις παροχές, η οικονοµική οντότητα κατανέµει 4% της παρούσας αξίας του αναµενόµενου ιατροφαρµακευτικού κόστους (40% διαιρούµενο µε 10) σε κάθε ένα από τα πρώτα δέκα έτη και 1% (10% διαιρούµενο µε 10) σε κάθε ένα από τα επόµενα δέκα έτη. Το κόστος τρέχουσας απασχόλησης σε κάθε χρόνο αντανακλά την πιθανότητα ότι ο εργαζόµενος µπορεί να µη συµπληρώσει την αναγκαία περίοδο απασχόλησης για να δικαιούται µέρος ή ολόκληρες τις παροχές. Για εργαζόµενους που αναµένεται να αποχωρήσουν µέσα σε δέκα χρόνια, δεν κατανέµεται καµία παροχή.

Συνέχεια από την προηγούµενη σελίδα Παραδείγµατα που απεικονίζουν την παράγραφο 70

4. Ένα ιατροφαρµακευτικό πρόγραµµα µετά την έξοδο από την υπηρεσία αποζηµιώνει το 10% του ιατροφαρµακευτικού κόστους, αν ο εργαζόµενος αποχωρήσει µετά από περισσότερα από δέκα και λιγότερο από είκοσι έτη υπηρεσίας και 50% αυτού του κόστους, αν ο εργαζόµενος αποχωρήσει µετά από είκοσι ή περισσότερα έτη υπηρεσίας. Υπηρεσία σε µεταγενέστερα έτη θα οδηγήσει σε ένα σηµαντικά υψηλότερο επίπεδο παροχής από ότι σε προγενέστερα χρόνια. Συνεπώς, για τους εργαζόµενους που αναµένεται να αποχωρήσουν µετά είκοσι ή περισσότερα έτη, η οικονοµική οντότητα κατανέµει τις παροχές πάνω σε σταθερή βάση, σύµφωνα µε την παράγραφο 68. Υπηρεσία πέραν των είκοσι ετών θα οδηγήσει σε ασήµαντο ποσό περαιτέρω οφέλους. Έτσι, οι παροχές που κατανέµονται σε κάθε ένα από τα πρώτα είκοσι έτη είναι 2,5% της παρούσας αξίας του αναµενόµενου ιατροφαρµακευτικού κόστους (50% διαιρούµενο µε είκοσι). Για εργαζόµενους που αναµένεται να αποχωρήσουν σε διάστηµα από δέκα έως είκοσι έτη, οι παροχές κατανεµηµένες σε κάθε ένα από τα πρώτα δέκα έτη είναι 1% της παρούσας αξίας του αναµενόµενου ιατροφαρµακευτικού κόστους. Γι’ αυτούς τους εργαζόµενους, καµία παροχή δεν κατανέµεται σε υπηρεσία µεταξύ του τέλους του δεκάτου έτους και της εκτιµώµενης ηµεροµηνίας αποχώρησης. Για εργαζόµενους που αναµένεται να αποχωρήσουν µέσα σε δέκα χρόνια, δεν κατανέµεται καµία παροχή.

Όπου το ποσό των παροχών αποτελεί σταθερή αναλογία του τελικού µισθού για κάθε έτος υπηρεσίας, µελλοντικές µισθολογικές αυξήσεις θα επηρεάσουν το ποσό που απαιτείται για την τακτοποίηση της υποχρέωσης που υφίσταται για υπηρεσία πριν από την ηµεροµηνία του ισολογισµού, αλλά δεν δηµιουργεί µια πρόσθετη υποχρέωση. Συνεπώς:

(α) για τον σκοπό της παραγράφου 67 (β), µισθολογικές αυξήσεις δεν οδηγούν σε περαιτέρω παροχές, παρόλο που το ποσό των παροχών εξαρτάται από τον τελικό µισθό και,

(β) το ποσό των παροχών που κατανέµονται σε κάθε περίοδο είναι µια σταθερή αναλογία του µισθού µετην οποίασυνδέονται οι παροχές.

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 71

Οι εργαζόµενοι δικαιούνται παροχές 3% επί του τελικού µισθού για κάθε έτος υπηρεσίας πριν την ηλικία των 55. Παροχές 3% του εκτιµώµενου τελικού µισθού κατανέµονται σε κάθε έτος µέχρι την ηλικία των 55. Αυτή είναι η ηµεροµηνία όπου περαιτέρω υπηρεσία από τον εργαζόµενο θα οδηγήσει σε ασήµαντο ποσό περαιτέρω παροχών σύµφωνα µε το πρόγραµµα. Καµία παροχή δεν κατανέµεται στην υπηρεσία µετά από αυτή την ηλικία.

Αναλογιστικές παραδοχές:

72 Οι αναλογιστικές παραδοχέςθα είναιαµερόληπτες καιαµοιβαίασυµβατές.

73 Οι αναλογιστικές παραδοχές είναι οι καλύτερες εκτιµήσειςτης οικονοµικής οντότητας για τις µεταβλητές που θα προσδιορίσουν το οριστικό κόστος χορήγησης των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Οι αναλογιστικές παραδοχές συνίστανται σε:

(α) δηµογραφικές παραδοχές σχετικά µε τα µελλοντικά χαρακτηριστικά των τωρινών και των πρώην εργαζόµενων (και των προστατευόµενων µελών τους), που δικαιούνται τιςπαροχές. Οιδηµογραφικές παραδοχές ασχολούνται µε θέµατα όπως:

(i)

θνησιµότητα, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και µετά την έξοδο από την υπηρεσία,

(ii)

δείκτες κινητικότητας προσωπικού και πρόωρης αφυπηρέτησης,

(iii) την αναλογία των µελών του προγράµµατος µε προστατευόµενα µέλη που θα δικαιούνταιτις παροχές και,

(iv) συντελεστέςδιεκδικήσεων σύµφωνα µε ιατροφαρµακευτικά προγράµµατα και, (β) οικονοµικές παραδοχές, που ασχολούνται µεστοιχεία όπως:

(i)

το προεξοφλητικό επιτόκιο (βλέπε παραγράφους 78-82),

(ii)

µελλοντικούς µισθούςκαι επίπεδα παροχών (βλέπε παραγράφους 83-87),

(iii) στην περίπτωση των ιατροφαρµακευτικών παροχών, µελλοντικά ιατροφαρµακευτικά κόστη, περιλαµβανοµένων, αν είναι σηµαντικό, το κόστος διαχείρισης των διεκδικήσεων και της καταβολής παροχών (βλέπε παραγράφους 88-91) και,

(iv) το αναµενόµενο ποσοστό απόδοσης από τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος (βλέπε παραγράφους 105-107).

74 Οι αναλογιστικές παραδοχές είναι ανεπηρέαστες, αν δεν είναι ούτε παράλογες, ούτε εξαιρετικά συντηρητικές.

75 Οι αναλογιστικές παραδοχές είναι αµοιβαία συµβατές, αν αντικατοπτρίζουν τις οικονοµικές σχέσεις µεταξύ παραγόντων όπως ο πληθωρισµός, τους συντελεστές µισθολογικών αυξήσεων, την απόδοση περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και τα προεξοφλητικά επιτόκια. Για παράδειγµα, όλες οι παραδοχές που εξαρτώνται από ένα συγκεκριµένο επίπεδο πληθωρισµού (όπως παραδοχές για τα επιτόκια και αυξήσεις µισθών και παροχών) σε οποιαδήποτε µελλοντική περίοδο προϋποθέτουν το ίδιο επίπεδο πληθωρισµούσε αυτήν την περίοδο.

76 Η οικονοµική οντότητα καθορίζει το προεξοφλητικό επιτόκιο και άλλες οικονοµικές παραδοχές βάσει της θεωρητικής (γνωστοποιηµένης) διάρκειάς τους, εκτός αν εκτιµήσεις σε πραγµατικές συνθήκες (πληθωρισµός αναπροσαρµοσµένος) είναι περισσότερο αξιόπιστες, για παράδειγµα, σε µια υπερπληθωριστική οικονοµία (βλέπε ∆ΛΠ 29 Παρουσίαση Οικονοµικών Στοιχείων σε Υπερπληθωριστικές Οικονοµίες ή όπου το όφελος συνδέεται µε ρήτρα δείκτη και υπάρχει µια συγκροτηµένη αγορά σε οµόλογα µε ρήτρα τιµής δείκτη στο ίδιο νόµισµακαι διάρκεια.

77 Οι οικονοµικές παραδοχές θα βασίζονται στις προσδοκίες της αγοράς, κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού, για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι υποχρεώσεις πρόκειταινατακτοποιηθούν.

Αναλογιστικές παραδοχές: προεξοφλητικό επιτόκιο

78 Το επιτόκιο που χρησιµοποιείται για την προεξόφληση των καθορισµένων υποχρεώσεων των µετά την έξοδο από την υπηρεσία (χρηµατοδοτούµενες και µη χρηµατοδοτούµενες) θα προσδιορίζεται µε αναφορά σε αποδόσεις της αγοράς υψηλής ποιότητας εταιρικών οµολόγων κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού. Σε χώρες όπου δεν υπάρχει συγκροτηµένη αγορά σε τέτοια οµόλογα, πρέπει να χρησιµοποιούνται οι αποδόσεις της αγοράς (κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού) κρατικών οµολόγων. Το νόµισµα και η διάρκεια των εταιρικών οµολόγων ή κρατικών οµολόγων θα είναι συµβατά µε το νόµισµα και την εκτιµώµενη διάρκεια των καθορισµένων υποχρεώσεων για παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

79 Μια αναλογιστική παραδοχή η οποία έχει σηµαντική επίπτωση είναι το προεξοφλητικό επιτόκιο. Το προεξοφλητικό επιτόκιο απεικονίζει τη διαχρονική αξία του χρήµατος, αλλά όχι τον αναλογιστικό ή επενδυτικό κίνδυνο. Περαιτέρω, το προεξοφλητικό επιτόκιο δεν απεικονίζει το συγκεκριµένο επιχειρηµατικό πιστωτικό κίνδυνο που φέρουν οι πιστωτές της οικονοµικής οντότητας, ούτε απεικονίζει τον κίνδυνο ότι µελλοντική εµπειρία µπορεί ναδιαφέρει από αναλογιστικές παραδοχές.

80 Το προεξοφλητικό επιτόκιο αντανακλά το εκτιµώµενο χρονοδιάγραµµα καταβολής των παροχών. Στην πράξη, η οικονοµική οντότητα συχνά επιτυγχάνει αυτό µε την εφαρµογή ενός απλού µέσου σταθµισµένου προεξοφλητικού επιτοκίου, που αντανακλά το εκτιµώµενο χρονοδιάγραµµα και το ποσό των καταβολών των παροχών και το νόµισµα στο οποίοοιπαροχές πρέπεινα καταβάλλονται.

81 Σε µερικές περιπτώσεις, µπορεί να µην υπάρχει συγκροτηµένη αγορά σε οµόλογα αρκετά µακράς λήξης για να συµπίπτει µε την εκτιµώµενη λήξη όλων των καταβλητέων παροχών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονοµική οντότητα χρησιµοποιεί τρέχοντα επιτόκια αγοράς δέουσας διάρκειας για να προεξοφλήσει πληρωµές βραχύτερης διάρκειας και εκτιµά το προεξοφλητικό επιτόκιο για µακροχρόνιες λήξεις µε προέκταση τρεχόντων επιτοκίων αγοράς σύµφωνα µε την καµπύλη απόδοσης. Η συνολική παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών είναι απίθανο να είναι ειδικά ευαίσθητη στο προεξοφλητικό επιτόκιο που εφαρµόζεται στην αναλογία των παροχών που είναι καταβλητέες πέραν της οριστικής λήξης διαθέσιµων εταιρικών ή κρατικών οµολόγων.

82 Το κόστος τόκου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το προεξοφλητικό επιτόκιο, όπως προσδιορίστηκε κατά την έναρξη της περιόδου, µε την παρούσα αξία της καθορισµένης υποχρέωσης καθορισµένων παροχών καθ’όλη τη διάρκεια της περιόδου, λαµβάνοντας υπόψη κάθε σηµαντική µεταβολή στην υποχρέωση. Η παρούσα αξία της υποχρέωσης διαφέρει από την υποχρέωση που αναγνωρίζεται στον ισολογισµό, γιατί η υποχρέωση αναγνωρίζεται µετά την αφαίρεση της εύλογης αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος και επειδή µερικά αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές και κάποιο κόστος προϋπηρεσίας, δεν αναγνωρίζονται άµεσα. [Το Προσάρτηµα Α απεικονίζει, µεταξύ άλλων, τον υπολογισµό του κόστους τόκων]

Αναλογιστικές παραδοχές: µισθοί, παροχές και ιατροφαρµακευτικά κόστη

83 Οι υποχρεώσεις σχετικά µε καθορισµένες παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία θα επιµετρώνται πάνωσε µια βάση που αντανακλά:

(α) εκτιµώµενες µελλοντικές µισθολογικές αυξήσεις,

(β) τις παροχές που καθορίζονται στους όρους του προγράµµατος (ή που προκύπτουν από οποιαδήποτε τεκµαιρόµενη υποχρέωση πέραν από τους όρους αυτούς) κατάτηνηµεροµηνία του ισολογισµούκαι,

(γ) εκτιµώµενες µελλοντικές µεταβολές στο επίπεδο οποιωνδήποτε κρατικών παροχών, που επηρεάζουν τα καταβλητέα οφέλη σύµφωνα µε ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, όταν και µόνο όταν είτε:

(i)

οι µεταβολές αυτές νοµιµοποιήθηκαν πριν από την ηµεροµηνία του ισολογισµού είτε

(ii)

η παρελθούσα εµπειρία ή άλλη αξιόπιστη µαρτυρία, δείχνει ότι οι κρατικές εκείνες παροχές θα αλλάξουν µε κάποιο προβλέψιµο τρόπο, για παράδειγµα σύµφωνα µε µελλοντικές µεταβολές στα γενικά επίπεδα τιµών ή τα γενικά επίπεδα µισθών.

84 Οι εκτιµήσεις για µελλοντικές µισθολογικές αυξήσεις λαµβάνουν υπόψη τον πληθωρισµό, την παλαιότητα, προαγωγές και άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως προσφορά και ζήτηση στην αγορά εργασίας.

85 Αν οι τυπικοί όροι ενός προγράµµατος (ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση πέραν από τους όρους αυτούς) απαιτούν η οικονοµική οντότητα να µεταβάλλει τις παροχές σε µελλοντικές περιόδους, η επιµέτρηση της υποχρέωσης αντανακλά τις µεταβολές αυτές. Αυτό συµβαίνει όταν, για παράδειγµα:

(α) η οικονοµική οντότητα έχει προϊστορία να αυξάνει παροχές, για παράδειγµα για να µετριάζει τις επιπτώσεις του πληθωρισµού και δεν υπάρχει καµία ένδειξη ότι αυτή η τακτική θα αλλάξει στο µέλλον ή,

(β) αναλογιστικά κέρδη έχουν ήδη αναγνωρισθεί στις οικονοµικές καταστάσεις και η οικονοµική οντότητα υποχρεούται, είτε από τους τυπικούς όρους του προγράµµατος (ή από τεκµαιρόµενη υποχρέωση πέραν από τους όρους αυτούς) είτε από τη νοµοθεσία, να χρησιµοποιεί κάθε πλεόνασµα από το πρόγραµµα για όφελος των συµµετεχόντων στο πρόγραµµα (βλέπε παράγραφο 98 (γ)).

86 Οι αναλογιστικές παραδοχές δεν αντανακλούν µελλοντικές µεταβολές παροχών που δεν παρατίθενται στους τυπικούς όρους του προγράµµατος (ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση) κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού. Τέτοιες µεταβολές θακαταλήξουν σε:

(α) κόστος προϋπηρεσίας, κατά την έκταση που µεταβάλλουν παροχές για υπηρεσία πριν από τη µεταβολή και,

(β) κόστος τρέχουσας απασχόλησης για περιόδους µετά τη µεταβολή, κατά την έκταση που µεταβάλλουν παροχές γιαυπηρεσία µετά τη µεταβολή.

87 Μερικές παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία συνδέονται µε µεταβλητές όπως το επίπεδο των κρατικών παροχών αφυπηρέτησης ή της κρατικής ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης. Η επιµέτρηση τέτοιων παροχών αντικατοπτρίζει αναµενόµενες µεταβολές σε τέτοιες µεταβλητές, βάσει παρελθούσας εµπειρίας και άλλα αξιόπιστα στοιχεία.

88 Οι παραδοχές σχετικά µε τις ιατροφαρµακευτικές δαπάνες θα λαµβάνουν υπόψη τις εκτιµώµενες µελλοντικές µεταβολές στο κόστος των ιατροφαρµακευτικών υπηρεσιών, που προέρχονται αµφότερα από τον πληθωρισµό και συγκεκριµένες µεταβολές σε ιατροφαρµακευτικές δαπάνες.

89 Η επιµέτρηση των µετά την έξοδο από την υπηρεσία ιατροφαρµακευτικών παροχών απαιτεί παραδοχές σχετικά µε το επίπεδο και τη συχνότητα των µελλοντικών διεκδικήσεων και του κόστους αντιµετώπισης αυτών των απαιτήσεων. Η οικονοµική οντότητα εκτιµά µελλοντικά ιατροφαρµακευτικά κόστη πάνω στη βάση ιστορικών δεδοµένων σχετικά µε τη δική της εµπειρία, συµπληρούµενης όπου αναγκαίο από ιστορικά δεδοµένα από άλλες οικονοµικές οντότητες, ασφαλιστικές εταιρείες, φορείς ιατρικών υπηρεσιών ή άλλες πηγές. Εκτιµήσεις µελλοντικού ιατροφαρµακευτικού κόστους λαµβάνουν υπόψη την επίπτωση της τεχνολογικής προόδου, µεταβολές στα σχέδια χρήσης και διάθεσης ιατροφαρµακευτικών υπηρεσιών και µεταβολές στο καθεστώς υγείας των συµµετεχόντων του προγράµµατος.

90 Το επίπεδο και η συχνότητα των διεκδικήσεων είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην ηλικία, στην κατάσταση της υγείας και στο φύλο των εργαζόµενων (και των προστατευόµενων µελών τους) και µπορεί να είναι ευαίσθητα σε άλλους παράγοντες όπως γεωγραφική περιοχή. Συνεπώς, τα ιστορικά δεδοµένα προσαρµόζονται κατά την έκταση που το δηµογραφικό µείγµα του πληθυσµού διαφέρει από αυτό του πληθυσµού που χρησιµοποιήθηκε ως βάση για τα ιστορικά δεδοµένα. Αναπροσαρµόζεται επίσης όπου υπάρχει αξιόπιστη µαρτυρία, ότιοιιστορικές τάσεις δεν θασυνεχισθούν.

91 Μερικά προγράµµατα υγειονοµικής πρόνοιας µετά την έξοδο από την υπηρεσία απαιτούν από τους εργαζόµενους να συνεισφέρουν στο ιατροφαρµακευτικό κόστος που καλύπτεται από το πρόγραµµα. Οι εκτιµήσεις του µελλοντικού ιατροφαρµακευτικού κόστους λαµβάνουν υπόψη οποιαδήποτε τέτοια εισφορά, που βασίζεται στους όρους του προγράµµατος κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού (ή που βασίζεται σε οποιαδήποτε τεκµαιρόµενη υποχρέωση πέραν από τους όρους αυτούς). Μεταβολές σε αυτές τις εισφορές των εργαζόµενων καταλήγουν σε κόστος προϋπηρεσίας ή, όπου είναι αρµόζον, σε περικοπές. Το κόστος της αντιµετώπισης των απαιτήσεων µπορεί να µειωθεί µε παροχές από το κράτος ή άλλους φορείς ιατρικών υπηρεσιών (βλέπε παραγράφους 83 (γ) και 87).

Αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές

92 Κατά την επιµέτρηση της υποχρέωσής της για καθορισµένες παροχές, σύµφωνα µε την παράγραφο 54, η οικονοµική οντότητα, υποκείµενη στην παράγραφο 58Α, θα αναγνωρίζει µέρος (όπως ορίζεται στην παράγραφο 93) των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών της, ως έσοδο ή έξοδο, αν τα καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες κατά το τέλος της προηγούµενης περιόδου υπερέβησαν το µεγαλύτερο από το:

(α) 10% της παρούσας αξίας της δέσµευσης των καθορισµένων παροχών κατά αυτήν την ηµεροµηνία (πριν από την αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος) και,

(β) 10% της εύλογης αξίας οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος κατά την ηµεροµηνία αυτή

Αυτά τα όρια θα υπολογίζονται και θα εφαρµόζονται ξεχωριστά για κάθε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών.

Η αναλογία των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών που αναγνωρίζεται για κάθε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών είναι το υπερβάλλον ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 92, διαιρούµενο µε το αναµενόµενο µέσο όρο της υπολειπόµενης εργασιακής ζωής των εργαζόµενων που συµµετέχουν σε αυτό το πρόγραµµα. Όµως, η οικονοµική οντότητα µπορεί να υιοθετεί οποιαδήποτε συστηµατική µέθοδο που καταλήγει σε γρηγορότερη αναγνώριση των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών, εφόσον εφαρµόζεται η ίδια βάση σε αµφότερα τα κέρδη και τις ζηµίες και η βάση εφαρµόζεται σταθερά από περίοδο σε περίοδο. Η οικονοµική οντότητα µπορεί να εφαρµόζει τέτοιες συστηµατικές µεθόδους σε αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες ακόµη και αν εµπίπτουν στα όρια που καθορίζονται στην παράγραφο 92.

93A Αν, όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 93, µία οικονοµική οντότητα υιοθετεί µία πολιτική αναγνώρισης των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών κατά την περίοδο που λαµβάνουν χώρα, µπορεί να τα αναγνωρίσει εκτός των αποτελεσµάτων, σύµφωνα µε τιςπαραγράφους 93Β-93∆, εφόσον πράξει αναλόγως για:

(α) όλαταπρογράµµατακαθορισµένων παροχών τηςκαι

(β) τα αναλογιστικά κέρδηκαι τιςζηµίες τηςστο σύνολό τους.

93B Τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσµάτων όπως επιτρέπει η παράγραφος 93Α θα παρουσιάζονται σε µία κατάσταση µεταβολών των ίδιων κεφαλαίων µε τίτλο «κατάσταση αναγνωρισµένων κερδών και ζηµιών» που περιλαµβάνει µόνο τα στοιχεία που καθορίζονται στην παράγραφο 96 του ∆ΛΠ 1 (όπως αναθεωρήθηκε το 2003). Η οικονοµική οντότητα δεν θα παρουσιάζει τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες σε µία κατάσταση µεταβολών των ίδιων κεφαλαίων µε διάταξη σε στήλες που αναφέρεται στην παράγραφο 101 του ∆ΛΠ 1 ή σε οποιαδήποτε άλλη µορφή που περιλαµβάνει τα στοιχεία τα οποία καθορίζονται στην παράγραφο 97 του ∆ΛΠ 1.

93Γ Μία οικονοµική οντότητα που αναγνωρίζει αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες σύµφωνα µε την παράγραφο 93Α θα αναγνωρίζει επίσης και οποιεσδήποτε προσαρµογές απορρέουν από το όριο της παραγράφου 58(β) στην κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων καιόχιστα αποτελέσµατα.

93∆ Τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες και οι προσαρµογές που προκύπτουν από το όριο της παραγράφου 58(β) που έχουν αναγνωριστεί απευθείας στην κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων θα αναγνωρίζονται αµέσως στα κέρδη εις νέον. ∆εν θα αναγνωρίζονται στα αποτελέσµατα µεταγενέστερης περιόδου.

94 Τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές µπορεί να προέρχονται από αυξήσεις ή µειώσεις είτε στην παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών είτε στην εύλογη αξία οποιουδήποτε σχετικού περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος. Οι αιτίες που δηµιουργούν αναλογιστικά κέρδη και ζηµιέςπεριλαµβάνουν, γιαπαράδειγµα:

(α) απροσδόκητα µεγάλη ή µικρή κινητικότητα προσωπικού, πρόωρη αφυπηρέτηση ή θνησιµότηταήαυξήσειςσε µισθούς, παροχές (αν οι τυπικοί ή τεκµαιρόµενοι όροι του προγράµµατος προβλέπουν πληθωριστικές αυξήσεις των παροχών) ή ιατροφαρµακευτικά κόστη,

(β) το αποτέλεσµα των µεταβολών σε εκτιµήσεις µελλοντικής κινητικότητας προσωπικού, πρόωρη αφυπηρέτηση ή θνησιµότητα ή αυξήσεις σε µισθούς, παροχές (αν οι τυπικοί ή τεκµαιρόµενοι όροι του προγράµµατος προβλέπουν πληθωριστικές αυξήσεις παροχών) ή ιατροφαρµακευτικά κόστη,

(γ) το αποτέλεσµα των µεταβολών στο προεξοφλητικό επιτόκιο και,

(δ) τις διαφορές µεταξύ της πραγµατικής απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και της αναµενόµενης απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (βλέπε παραγράφους 105-107).

95 Μακροχρόνια, τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες µπορεί να συµψηφίσουν το ένα το άλλο. Συνεπώς, οι εκτιµήσεις των υποχρεώσεων παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία µπορεί να θεωρηθούν ως πεδίο (ή «περιθώριο») γύρω από την καλύτερη εκτίµηση. Η οικονοµική οντότητα επιτρέπεται, αλλά δεν υποχρεούται, να αναγνωρίζει αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες που εµπίπτουν µέσα σε αυτό το πεδίο. Το Πρότυπο αυτό απαιτεί από την οικονοµική οντότητα να αναγνωρίζει, κατ’ ελάχιστο, µια καθορισµένη αναλογία των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών που είναι εκτός του περιθωρίου συν ή πλην 10%. [Το Προσάρτηµα Α απεικονίζει, µεταξύ άλλων, την αντιµετώπιση των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών.] Το Πρότυπο επιτρέπει επίσης συστηµατικές µεθόδους ταχύτερης αναγνώρισης, εφόσον οι µέθοδοι αυτές ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στην παράγραφο 93. Τέτοιες επιτρεπόµενες µέθοδοι περιλαµβάνουν, για παράδειγµα, την άµεση αναγνώριση όλων των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών, τόσο εντός όσο και εκτός του «περιθωρίου». Η παράγραφος 155(β)(iii) εξηγεί την ανάγκη να λαµβάνεται υπόψη κάθε µη αναγνωρισµένο τµήµα της µεταβατικής υποχρέωσης στη λογιστικοποίηση µεταγενέστερων αναλογιστικών κερδών.

Κόστος προϋπηρεσίας

96 Κατά την επιµέτρηση της υποχρέωσής της για καθορισµένες παροχές σύµφωνα µε την παράγραφο 54, η οικονοµική οντότητα, υποκείµενη στην παράγραφο 58Α, θα αναγνωρίζει το κόστος προϋπηρεσίας ως έξοδο πάνω σε µια σταθερή βάση κατά τη διάρκειατης µέσηςπεριόδου µέχρινακατοχυρωθούνοι παροχές. Κατά την έκταση που οι παροχές έχουν ήδη κατοχυρωθεί αµέσως µετά την καθιέρωση ή τις µεταβολές ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το κόστος προϋπηρεσίας άµεσα.

97 Το κόστος προϋπηρεσίας ανακύπτει, όταν η οικονοµική οντότητα εισάγει ένα πρόγραµµα καθορισµένων παροχών ή µεταβάλλει τις καταβλητέες παροχές σύµφωνα µε υπάρχον πρόγραµµα καθορισµένων παροχών. Τέτοιες µεταβολές γίνονται σε ανταπόδοση της υπηρεσίας των εργαζόµενων κατά τη διάρκεια της περιόδου µέχρι να κατοχυρωθούν οι παροχές. Συνεπώς, το κόστος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το κόστος αναφέρεται σε υπηρεσία του εργαζόµενου σε προηγούµενες περιόδους. Το κόστος προϋπηρεσίας επιµετράται ως η µεταβολήστηνυποχρέωσηπουπροέρχεται από την τροποποίηση (βλέπε παράγραφο 64).

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 97

Η οικονοµική οντότητα λειτουργεί ένα συνταξιοδοτικό πρόγραµµα που παρέχει σύνταξη 2% του τελικού µισθού για κάθε έτος υπηρεσίας. Οι παροχές κατοχυρώνονται µετά από πέντε έτη υπηρεσίας. Την 1η Ιανουαρίου 20Χ5 η οικονοµική οντότητα βελτιώνει τη σύνταξη στο 2,5% του τελικού µισθού για κάθε έτος υπηρεσίας αρχίζοντας από την 1η Ιανουαρίου 20Χ1. Κατά την ηµεροµηνία της βελτίωσης, ηπαρούσα αξία των πρόσθετων παροχών για υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου 20Χ1 µέχρι την 1η Ιανουαρίου 20Χ5 έχει

ως ακολούθως:

Εργαζόµενοι µε περισσότερο από 5 έτη υπηρεσίας την 1/1/Χ 5

150

Εργαζόµενοι µε λιγότερο των 5 ετών υπηρεσίας την 1/1/Χ5 (µέση

περίοδος µέχρι την κατοχύρωση: τρία έτη)

120

270

Η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει 150 αµέσως διότι οι παροχές αυτές είναι ήδη κατοχυρωµένες. Η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει 120 πάνω σε µία σταθερή βάση κατά τη διάρκεια των τριών ετών από την  Ιανουαρίου 20Χ5.

Το κόστος προϋπηρεσίας δενπεριλαµβάνει:

(α) το αποτέλεσµα των διαφορών µεταξύ πραγµατικών και προηγουµένως υποτιθέµενων µισθολογικών αυξήσεων σε σχέση µετηνυποχρέωσηκαταβολής παροχών για υπηρεσία προηγούµενων ετών (δεν υπάρχει κόστος προϋπηρεσίας, επειδή οι αναλογιστικές παραδοχές καλύπτουν τις προβλέψεις µισθών).

(β) υπό και υπερεκτιµήσεις εθελοντικών αυξήσεων συντάξεων, όπου η οικονοµική οντότητα έχει τεκµαιρόµενη υποχρέωση να χορηγεί τέτοιες αυξήσεις (δεν υπάρχει κόστος προϋπηρεσίας, γιατί οι αναλογιστικές παραδοχές επιτρέπουν τέτοιες αυξήσεις).

(γ) εκτιµήσεις βελτιώσεων των παροχών, που προέρχονται από αναλογιστικά κέρδη, τα οποία έχουν είδη αναγνωρισθεί στις οικονοµικές καταστάσεις, αν η οικονοµική οντότητα υποχρεούται, είτε από τους τυπικούς όρους του προγράµµατος (ή την τεκµαιρόµενη υποχρέωση πέραν από τους όρους αυτούς) είτε από τη νοµοθεσία, να χρησιµοποιεί κάθε πλεόνασµα στο πρόγραµµα προς όφελος των συµµετεχόντων στο πρόγραµµα, ακόµη και αν η αύξηση των παροχών δεν έχει ακόµη τυπικά αποφασιστεί [η προκύπτουσα αύξηση στην υποχρέωση είναι αναλογιστική ζηµιά και όχι κόστος προϋπηρεσίας, βλέπε παράγραφο 85 (β)].

(δ) την αύξηση σε κατοχυρωµένες παροχές όταν, στην απουσία νέων ή βελτιωµένων παροχών, οι εργαζόµενοι συµπληρώνουν τις προϋποθέσεις κατοχύρωσης (δεν υπάρχει κόστος προϋπηρεσίας, γιατί το εκτιµώµενο κόστος των παροχών είχε αναγνωριστεί ως κόστος τρέχουσας απασχόλησης, καθώς η υπηρεσία είχε παρασχεθεί) και,

(ε) τις επιπτώσεις των τροποποιήσεων στο πρόγραµµα, που µειώνουν τις παροχές για µελλοντική υπηρεσία (περικοπή).

99 Η οικονοµική οντότητα καθορίζει τον πίνακα απόσβεσης του κόστουςπροϋπηρεσίας, όταν οιπαροχέςκαθιερώνονταιήτροποποιούνται. ∆ενθαήτανπρακτικόναδιατηρείταλεπτοµερή αρχεία που απαιτούνται για να διαπιστώνει και να εφαρµόζει µεταγενέστερες µεταβολές σε αυτόν τον πίνακα απόσβεσης. Περαιτέρω, οι επιπτώσεις είναι πιθανό να είναι σηµαντικές µόνον όπου υπάρχει περικοπή ή τακτοποίηση. Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα τροποποιεί τον πίνακα απόσβεσης του κόστους προϋπηρεσίας µόνον, αν υπάρχει περικοπή ή διακανονισµός.

100 Όπου η οικονοµική οντότητα µειώνει τις καταβλητέες παροχές, σύµφωνα µε ένα υπάρχον πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η προκύπτουσα µείωση στην υποχρέωση καθορισµένων παροχών αναγνωρίζεται ως (αρνητικό) κόστος προϋπηρεσίας κατά τη διάρκεια της µέσης περιόδου µέχρις ότου η µειωµένη αναλογία των παροχών κατοχυρωθεί.

101 Όταν η οικονοµική οντότητα µειώνει ορισµένες παροχές καταβλητέες σύµφωνα µε υπάρχον πρόγραµµα καθορισµένων παροχών και συγχρόνως, αυξάνει άλλα καταβλητέα οφέλη σύµφωνα µε το πρόγραµµα για τους ίδιους εργαζόµενους, η οικονοµική οντότητα χειρίζεται τη µεταβολή ως µια µοναδική καθαρή µεταβολή.

Αναγνώριση και επιµέτρηση: περιουσιακά στοιχεία προγράµµατος

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος

102 Η εύλογη αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος αφαιρείται για τον προσδιορισµό του ποσού που αναγνωρίζεται στον ισολογισµό σύµφωνα µε την παράγραφο 54. Η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος εκτιµάται όταν δεν υπάρχει διαθέσιµη αγοραία τιµή, για παράδειγµα, µε προεξόφληση των αναµενόµενων µελλοντικώνταµιακώνροών, χρησιµοποιώντας ένα προεξοφλητικό επιτόκιο που αντανακλά αµφοτέρως, τον κίνδυνο που συνδέεται µε τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος και τη λήξη ή την αναµενόµενη ηµεροµηνία εκποίησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων (ή αν αυτά δεν έχουν λήξει, την αναµενόµενη περίοδο µέχρι την τακτοποίηση της σχετικής υποχρέωσης).

103 Τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος δεν περιλαµβάνουν απλήρωτες εισφορές οφειλόµενες από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα προς τον φορέα, όπως επίσης οποιαδήποτε µη µεταβιβάσιµα χρηµατοοικονοµικά µέσα που εκδίδονται από την οικονοµική οντότητα και κατέχονται από το φορέα. Τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος µειώνονται µε κάθε υποχρέωση του φορέα που δεν σχετίζεται µε παροχές στους εργαζόµενους, για παράδειγµα, εµπορικούς και λοιπούς πληρωτέους λογαριασµούς και υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα χρηµατοοικονοµικά µέσα.

104 Όπου τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος περιλαµβάνουν κατάλληλα προς τούτο ασφαλιστήρια συµβόλαια, οι οποίες αντιπαραβάλουν επακριβώς το ποσό και το χρονοδιάγραµµα µερικών ή όλων των καταβλητέων παροχών, σύµφωνα µε το πρόγραµµα, η εύλογη αξία αυτών των ασφαλιστηρίων συµβολαίων, θεωρείται ότι είναι η παρούσα αξία των σχετικών υποχρεώσεων, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 54 (υποκείµενη σε κάθε µείωση που απαιτείται, αν τα εισπρακτέα ποσά σύµφωνα µε τα ασφαλιστήριασυµβόλαιαδενείναιπλήρωςανακτήσιµα).

Αποζηµιώσεις

104A Όταν και µόνον όταν, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποιος άλλος θα επιστρέψει µέρος ή το σύνολο των δαπανών που απαιτούνται για την τακτοποίηση της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το δικαίωµα της για επιστροφή ως ένα ξεχωριστό περιουσιακό στοιχείο. Η οικονοµική οντότητα θα επιµετρά το περιουσιακό στοιχείο στην εύλογη αξία. Κατά τα άλλα, η οικονοµική οντότητα θα χειρίζεται το περιουσιακό αυτό στοιχείο µε τον ίδιο τρόπο όπως τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος. Στην κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων, η δαπάνη που αφορά πρόγραµµα καθορισµένων παροχών µπορεί να παρουσιάζεται καθαρή από το ποσό που έχει αναγνωριστεί για αποζηµίωση.

104B Μερικές φορές, µία οικονοµική οντότητα είναι σε θέση να προστρέξει σε ένα άλλο µέρος, όπως έναν φορέα ασφάλισης, για να πληρώσει µέρος ή το σύνολο των δαπανών που απαιτούνται για την τακτοποίηση υποχρέωσης καθορισµένων παροχών. Ασφαλιστήρια συµβόλαια που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 7, είναι περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος. Η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί τα ασφαλιστήριασυµβόλαιαπουπληρούντιςπροϋποθέσεις µετονίδιοτρόπο, όπως και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος και δεν εφαρµόζεται η παράγραφος 104Α (βλέπε παραγράφους 39-42 και 104).

104Γ Όταν ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο δεν θεωρείται ασφαλιστήριο συµβόλαιο που πληροί τις προϋποθέσεις, εκείνο το συµβόλαιο δεν είναι ένα περιουσιακό στοιχείο του προγράµµατος. Η παράγραφος 104Α ασχολείται µε τέτοιες περιπτώσεις: η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει τα δικαιώµατά της για αποζηµίωση, σύµφωνα µε το ασφαλιστήριο συµβόλαιο µάλλον ως ένα ξεχωριστό περιουσιακό στοιχείο, παρά ως µία µείωση για τον προσδιορισµό της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών που αναγνωρίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54. Από κάθε άλλη άποψη, η οικονοµική οντότητα χειρίζεται το περιουσιακό στοιχείο µε τον ίδιο τρόπο όπως τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος. Ειδικότερα, η αναγνωρισµένη υποχρέωση καθορισµένων παροχών σύµφωνα µε την παράγραφο 54 αυξάνεται (µειώνεται) κατά την έκταση που τα καθαρά σωρευµένα αναλογιστικά κέρδη (ζηµίες) στην υποχρέωση καθορισµένων παροχών και στο σχετικό δικαίωµα αποζηµίωσης συνεχίζουν να µην αναγνωρίζονται σύµφωνα µε τις παραγράφους 92 και 93. Η παράγραφος 120Α (στ)(iii) απαιτεί όπως ηοικονοµική οντότητα να γνωστοποιεί µία συνοπτική περιγραφή της σχέσης µεταξύ του δικαιώµατος αποζηµίωσης και της σχετικής υποχρέωσης.

Παράδειγµα που επεξηγεί τις παραγράφους 104Α-104Γ

Παρούσα αξία της υποχρέωσης

1241

Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη

17

Υποχρέωση αναγνωρισµένη στον ισολογισµό

1258

∆ικαιώµατα σύµφωνα µε την ασφαλιστήρια σύµβαση που αντιπαραβάλουν επακριβώς το ποσό και το χρονοδιάγραµµα µερικών από τις καταβλητέες παροχές σύµφωνα µε το πρόγραµµα. Εκείνες οι παροχές έχουν παρούσα αξία 1.092

1092

Τα µη αναγνωρισµένααναλογιστικά κέρδη 17 είναι τα καθαρά σωρευµένα αναλογιστικά κέρδη στην υποχρέωσηκαι στα δικαιώµατααποζηµίωσης.

104∆ Εάν το δικαίωµα στην αποζηµίωση ανακύπτει σύµφωνα µε ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο που αντιπαραβάλει επακριβώς το ποσό και το χρονοδιάγραµµα µερικών ή όλων των καταβλητέων παροχών σύµφωνα µε το πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, η εύλογη αξία του δικαιώµατος αποζηµίωσης, θεωρείται ότι είναι η παρούσα αξία της σχετικής υποχρέωσης, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 54 (υποκείµενη σε οποιαδήποτε µείωση που απαιτείται αν ηαποζηµίωση δενείναι πλήρωςανακτήσιµη).

Απόδοση περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος

105 Η αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι ένα συστατικό της δαπάνης που αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων. Η διαφορά µεταξύ της αναµενόµενης απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατοςκαι της πραγµατικής απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι αναλογιστικό κέρδος ή ζηµία. Περιλαµβάνεται στα αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες στη υποχρέωση καθορισµένων παροχών για τον προσδιορισµό του καθαρού ποσού που συγκρίνεται µε ταόρια του «περιθωρίου» του 10% που ορίζεται στην παράγραφο 92.

106 Η αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος βασίζεται στις προσδοκίες της αγοράς, κατά την έναρξη της περιόδου, για αποδόσεις καθ’όλη τη διάρκεια της ύπαρξης τηςσχετικήςυποχρέωσης. Ηαναµενόµενηαπόδοσητωνπεριουσιακών στοιχείων του προγράµµατος αντικατοπτρίζει µεταβολές στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται κατά τη διάρκεια της περιόδου ως αποτέλεσµα των πραγµατικών εισφορών που καταβάλλονταιστοφορέακαιτιςπραγµατικέςπαροχέςπου καταβάλλονται από το φορέα.

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 106

Την 1η Ιανουαρίου 20Χ1, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος ήταν 10000 και τα καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη ήταν 760. Την 30η Ιουνίου 20Χ1 το πρόγραµµα κατέβαλε παροχές 1.900 και εισέπραξε εισφορές 4.900. Την 31 ∆εκεµβρίου 20Χ1, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος ήταν 15000 και η παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών ήταν 14.792. Οι αναλογιστικές ζηµιές στην υποχρέωση για το 20Χ1 ήταν 60.

Την 1η Ιανουαρίου 20Χ1 η αναφέρουσα οικονοµική οντότητα έκανε τις ακόλουθες

εκτιµήσεις, βασιζόµενη στις τιµές της αγοράς κατά την ηµεροµηνία αυτή:

%

Έσοδα από τόκους και µερίσµατα µετά από τους πληρωτέους φόρους από

τον φορέα

9.25

Πραγµατοποιηθέντα και απραγµατοποίητα κέρδη από τα περιουσιακά

στοιχεία του προγράµµατος (µετά τον φόρο)

2.00

Κόστη διοικητικής λειτουργίας

(1.00)

Αναµενόµενο ποσοστό απόδοσης

10.25

 

Συνέχεια από την προηγούµενη σελίδα

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 106

Για το 20Χ1, η αναµενόµενη και πραγµατική απόδοση των περιουσιακών

στοιχείων του προγράµµατος έχει ως ακολούθως:

Απόδοση επί των 10000 που κρατήθηκαν για 12 µήνες µε 10,25%

1.025

Απόδοση επί των 3000 που κρατήθηκαν για έξι µήνες µε 5% (ισοδύναµο µε

10,25% ετησίως, ανατοκιζόµενο κάθε έξι µήνες)

150

Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος για

το 20Χ1

1.175

Εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος κατά την 31η

∆εκεµβρίου 20Χ1

15000

Μείον: εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος κατά την

1η Ιανουαρίου 20Χ1

(10.000)

Μείον: εισπραχθείσες εισφορές

(4.900)

Πλέον καταβληθείσες παροχές

1.900

Πραγµατική απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος

2.000

Η διαφορά ανάµεσα στην αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (1175) και της πραγµατικής απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (2000) αποτελεί αναλογιστικό κέρδος 825. Συνεπώς, τα σωρευµένα καθαρά µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη είναι 1.525 (760 πλέον 825 µείον 60). Σύµφωνα µε την παράγραφο 92, τα όρια του περιθωρίου ορίζονται στα 1.500 (µεγαλύτερο του (i) 10% του 15.000 και (ii 10% του 14.792). Στο επόµενο έτος (20Χ2), η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει στην κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων αναλογιστικό κέρδος 25 (1.525 µείον 1.500) διαιρούµενο µε την αναµενόµενη µέση υπολειπόµενη εργασιακή ζωή των εργαζόµενων που αφορά.

Η αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος για το 20Χ2 θα βασιστεί στις προσδοκίες της αγοράς κατά την 1/1/Χ2 για αποδόσεις καθ’όλη τη διάρκεια της ύπαρξης της υποχρέωσης.

107 Κατά τον προσδιορισµό της αναµενόµενης και πραγµατικής απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος, η οικονοµική οντότητα εκπίπτει τα αναµενόµενα κόστη διοίκησης, εκτός από εκείνα που περιλαµβάνονται στις αναλογιστικές παραδοχές που χρησιµοποιούνται για να επιµετρηθεί η υποχρέωση.

Συνενώσεις Επιχειρήσεων

108 Σε µια συνένωση επιχειρήσεων, µια οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που προκύπτουν από παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία στην παρούσα αξία της υποχρέωσης µείον την εύλογη αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (βλέπε ∆.Π.Χ.Π. 3 Συνενώσεις Επιχειρήσεων). Η παρούσα αξία τηςυποχρέωσης περιλαµβάνει όλα τα ακόλουθα, ακόµη και αν ο αποκτώµενος δεν τα είχε αναγνωρίσει κατά την ηµεροµηνίατης απόκτησης:

(α) αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές που προέκυψαν πριν από την ηµεροµηνία της απόκτησης (είτε ενέπιπταν είτε όχιστο «περιθώριο» του 10% ),

(β) κόστος προϋπηρεσίας που προέκυψε από αλλαγές στις παροχές ή την καθιέρωση ενόςπρογράµµατος, πριν από την ηµεροµηνία της απόκτησης και

(γ) ποσά που, σύµφωνα µε τις µεταβατικές προβλέψεις της παραγράφου 155 (β), ο αποκτώµενος δεν είχε αναγνωρίσει.

Περικοπές και τακτοποιήσεις

109 Η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει κέρδη ή ζηµίες κατά την περικοπή ή την τακτοποίηση ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών, όταν γίνεται η περικοπή ή η τακτοποίηση. Το κέρδος ή ζηµιά σε µια περικοπή ή τακτοποίηση πρέπει να περιλαµβάνει:

(α) οποιαδήποτε προκύπτουσα µεταβολή στην παρούσα αξία της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών,

(β) οποιαδήποτε προκύπτουσα µεταβολή στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος,

(γ) οποιαδήποτε σχετικά αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες και κόστος προϋπηρεσίας που, σύµφωνα µε τις παραγράφους 92 και 96, δεν είχαν προηγουµένως αναγνωριστεί.

110 Πριν από τον προσδιορισµό των επιπτώσεων µιας περικοπής ή τακτοποίησης, η οικονοµική οντότητα θα επαναµετρά την υποχρέωση (και τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος, αν υπάρχουν) χρησιµοποιώντας τρέχουσες αναλογιστικές παραδοχές (περιλαµβανοµένων τρεχόντων επιτοκίων αγοράς και άλλων τρεχουσών τιµών αγοράς).

111 Περικοπήσυµβαίνειόταν µια οικονοµική οντότητα είτε :

(α) είναι αποδεδειγµένα δεσµευµένη να µειώσει σηµαντικά τον αριθµό των εργαζόµενων που καλύπτονται από κάποιο πρόγραµµαή,

(β) τροποποιεί τους όρους ενός προγράµµατος καθορισµένων παροχών ούτως ώστε ένα σηµαντικό συστατικό µελλοντικής υπηρεσίας από τωρινούς εργαζόµενους δεν θα συµβάλει του λοιπούσε παροχές ή θασυµβάλει για µειωµένες παροχές.

Μια περικοπή µπορεί να προέλθει από ένα µεµονωµένο γεγονός, όπως το κλείσιµο µίας εγκατάστασης, τη διακοπή µιας εκµετάλλευσης ή τον τερµατισµό ή αναστολή ενός προγράµµατος. Ένα γεγονός είναι αρκετά σηµαντικό για να χαρακτηριστεί ως περικοπή, αν η αναγνώριση του κέρδους ή της ζηµίας της περικοπής θα είχε σηµαντικές επιπτώσεις για τις οικονοµικές καταστάσεις. Οι περικοπές συχνά συνδέονται µε µια αναδιάρθρωση. Συνεπώς, η οικονοµική οντότητα λογιστικοποιεί την περικοπή συγχρόνως µε τη σχετική αναδιάρθρωση.

112 ∆ιακανονισµός συµβαίνει, όταν η οικονοµική οντότητα υπεισέρχεται σε µια συναλλαγή που απαλείφει όλες τις περαιτέρω νοµικές ή τεκµαιρόµενες υποχρεώσεις για µέρος ή το σύνολο των παροχών που παρέχονται σύµφωνα µε πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, για παράδειγµα, όταν καταβάλλονται µετρητά εφάπαξ ποσό προς τους συµµετέχοντες στο πρόγραµµα ή για λογαριασµό αυτών, σε αντάλλαγµα για τα δικαιώµατά τους να εισπράττουν καθορισµένες παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

113 Σε µερικές περιπτώσεις η οικονοµική οντότητα αποκτά ένα ασφαλιστήριο συµβόλαιο για να χρηµατοδοτήσει µέρος ή το σύνολο των παροχών προς τους εργαζόµενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζόµενων κατά την τρέχουσα και τις προηγούµενες περιόδους. Η απόκτηση ενός τέτοιου ασφαλιστηρίου συµβολαίου δεν θεωρείται τακτοποίηση, αν η οικονοµική οντότητα διατηρεί νοµική ή τεκµαιρόµενη υποχρέωση (βλέπε παράγραφο 39) να καταβάλλει περαιτέρω ποσά, αν ο φορέας ασφάλισης δεν καταβάλλει τις παροχές των εργαζόµενων, που καθορίζονται στην ασφαλιστήρια σύµβαση. Οι παράγραφοι 104Α104∆ ασχολούνται µε την αναγνώριση και επιµέτρηση των δικαιωµάτων αποζηµίωσης σύµφωνα µε τα ασφαλιστήρια συµβόλαια που δεν είναι περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος.

114 Τακτοποίηση συµβαίνει µαζί µε την περικοπή, αν ένα πρόγραµµα τερµατίζεται, µε την τακτοποίηση της υποχρέωσης και τη διακοπή του προγράµµατος. Όµως, ο τερµατισµός ενός προγράµµατος δεν είναι µια περικοπή ή τακτοποίηση, αν το πρόγραµµα αντικατασταθεί από ένα νέο πρόγραµµα που χορηγεί παροχές που ουσιαστικά είναι πανοµοιότυπες.

115 Όταν η περικοπή αφορά µόνο σε µερικούς από τους εργαζόµενους που καλύπτονται από ένα πρόγραµµα ή όταν µόνο µέρος της υποχρέωσης τακτοποιείται, το κέρδος ή η ζηµία περιλαµβάνει αναλογικό µερίδιο του προηγουµένως µη αναγνωρισµένου κόστους προϋπηρεσίας και των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών [και των µεταβατικών ποσών που παραµένουν µη αναγνωρισµένα σύµφωνα µε την παράγραφο 155 (β)]. Το αναλογικό µερίδιο προσδιορίζεται πάνω στη βάση της παρούσας αξίας των υποχρεώσεων πριν και µετά την περικοπή ή την τακτοποίηση, εκτός αν µια άλλη βάση είναι περισσότερο ορθολογική στις περιστάσεις. Για παράδειγµα, µπορεί να είναι σωστό να χρησιµοποιηθεί κάθε κέρδος που προκύπτει από µια περικοπή ή τακτοποίηση του ιδίου προγράµµατος για να απαλείψει πρώτα κάθε µη αναγνωρισµένο κόστος προϋπηρεσίας που αφορά στο ίδιο πρόγραµµα.

Παράδειγµα που επεξηγεί την Παράγραφο 115

Μια οικονοµική οντότητα διακόπτει έναν επιχειρηµατικό τοµέα και οι εργαζόµενοι του διακοπτόµενου τοµέα δεν θα κερδίσουν περαιτέρω παροχές. Αυτή είναι µια περικοπή χωρίς τακτοποίηση. Χρησιµοποιώντας τρέχουσες αναλογιστικές παραδοχές (περιλαµβανοµένων τρεχόντων επιτοκίων αγοράς και άλλων τρεχουσών τιµών αγοράς), αµέσως πριν την περικοπή, η οικονοµική οντότητα έχει µια υποχρέωση καθορισµένων παροχών µε µια παρούσα αξία 1000, περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος µε εύλογη αξία 820 και καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη 50. Η οικονοµική οντότητα είχε υιοθετήσει για πρώτη φορά το Πρότυπο ένα χρόνο πριν. Αυτό αύξησε την καθαρή υποχρέωση κατά 100, την οποία η οικονοµική οντότητα επέλεξε να αναγνωρίσει στη διάρκεια πέντε ετών (βλέπε παράγραφο 155(β)). Η περικοπή µειώνει την καθαρή παρούσα αξία της υποχρέωσης κατά 100 στο 900.

Από τα προηγουµένως µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη και µεταβατικά ποσά, 10% (100/1.000) αφορά στο µέρος της υποχρέωσης που απαλείφθηκε µε την περικοπή. Συνεπώς, το αποτέλεσµα της περικοπής έχει ως ακολούθως:

Πριν από την

Curtailment

Μετά την

περικοπή

gain

περικοπή

Καθαρή παρούσα αξία της

υποχρέωσης

1.000

(100)

900

Εύλογη αξία περιουσιακών

στοιχείων προγράµµατος

(820)

(820)

180

(100)

80

Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά

κέρδη

50

(5)

45

Μη αναγνωρισµένα µεταβατικά

ποσά (100 Χ 4/5)

(80)

8

(72)

Καθαρή υποχρέωση

αναγνωρισµένη στον ισολογισµό

150

(97)

53

Παρουσίαση

Συµψηφισµός

116 Η οικονοµική οντότητα πρέπει να συµψηφίζει µια απαίτηση που αφορά σε ένα πρόγραµµα µε την υποχρέωση που αφορά σε ένα άλλο πρόγραµµα, όταν και µόνο όταν, η οικονοµική οντότητα:

(α) έχει ένα νοµικά ισχυρό δικαίωµα να χρησιµοποιήσει το πλεόνασµα ενός προγράµµατος για να τακτοποιεί υποχρεώσεις σύµφωνα µε το άλλο πρόγραµµα και,

(β) προτίθεται είτε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις σε µια καθαρή βάση είτε να ρευστοποιήσει το πλεόνασµα στο ένα πρόγραµµα και συγχρόνως να τακτοποιήσειτις υποχρεώσεις της σύµφωνα µε το άλλο πρόγραµµα.

117 Τα κριτήρια συµψηφισµού είναι όµοια µε εκείνα που είναι καθιερωµένα για χρηµατοπιστωτικά στο ∆ΛΠ 32 Χρηµατοοικονοµικά Μέσα:. Γνωστοποίηση και Παρουσίαση

∆ιαχωρισµός κυκλοφορούντων/ µη κυκλοφορούντων στοιχείων

118 Μερικές οικονοµικές οντότητες διαχωρίζουν τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις από τα µη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις. Το Πρότυπο αυτό δεν καθορίζει, αν µια οικονοµική οντότητα πρέπει να διαχωρίζει τις τρέχουσες από τις µη τρέχουσες αναλογίες περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

Χρηµατοοικονοµικά συστατικά κόστους παροχών µετά την έξοδο από την

υπηρεσία

119 Το Πρότυπο αυτό δεν καθορίζει, αν η οικονοµική οντότητα πρέπει να παρουσιάζει το κόστος της τρέχουσας απασχόλησης, το κόστος τόκων και την αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος ως συνθετικά στοιχεία ενός εξατοµικευµένου στοιχείου εσόδου ήεξόδου στην όψη της κατάστασης λογαριασµού αποτελεσµάτων.

Γνωστοποιήσεις

120 Η οικονοµική οντότητα θα γνωστοποιεί πληροφορίες που επιτρέπουν στους χρήστες των οικονοµικών καταστάσεων να αξιολογήσουν τη φύση των προγραµµάτων καθορισµένων παροχών και τις οικονοµικές επιπτώσεις των µεταβολών σε εκείνα τα προγράµµατα κατά τη διάρκεια της περιόδου.

120A Η οικονοµική οντότητα θα γνωστοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά µε τα προγράµµατα καθορισµένων παροχών:

(α) τη λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας για την αναγνώριση αναλογιστικών κερδών και ζηµιών,

(β) µια γενική περιγραφή του τύπου του προγράµµατος,

(γ) µία συµφωνία των υπολοίπων έναρξης και κλεισίµατος της παρούσας αξίας της δέσµευσης καθορισµένης υποχρέωσης που να δείχνει ξεχωριστά για την περίοδο, αν αρµόζει, της επιπτώσεις που οφείλονται σε κάθε ένα από τα ακόλουθα:

(i)

κόστοςτρέχουσας απασχόλησης

(ii)

κόστοςτόκου,

(iii) εισφορές από τους συµµετέχοντες στο πρόγραµµα ,

(iv)

αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές

(v)

τις µεταβολές από τις συναλλαγµατικές ισοτιµίες για προγράµµατα που επιµετρώνται σε νόµισµα που διαφέρει από το νόµισµα παρουσίασης της οικονοµικής οντότητας,

(vi)

Παροχές που πληρώνονται

ii) κόστοςπροϋπηρεσίας

(viii) Συνενώσεις Επιχειρήσεων

(ix)

περικοπές και

(x)

τακτοποιήσεις.

(δ) µία ανάλυση της δέσµευσης καθορισµένης παροχής σε ποσά που απορρέουν από τα προγράµµατα που είναι εξολοκλήρου άνευ χρηµατοδότησης και σε ποσά που απορρέουν από προγράµµατα που χρηµατοδοτούνται µερικώς ή στο σύνολό τους.

(ε) Μία συµφωνία των υπολοίπων έναρξης και κλεισίµατος χρήσης της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και των υπολοίπων έναρξης και κλεισίµατος χρήσης οποιουδήποτε δικαιώµατος αποζηµίωσης αναγνωρίζεται ως περιουσιακό στοιχείο σύµφωνα µε την παράγραφο 104Α που να δείχνει ξεχωριστά για την περίοδο, αν αρµόζει, της επιπτώσεις που οφείλονται σε κάθε αίτία:

(i)

αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος,

(ii)

αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές

(iii) ις µεταβολές από τις συναλλαγµατικές ισοτιµίες για προγράµµατα που επιµετρώνται σε νόµισµα που διαφέρει από το νόµισµα παρουσίασης της οικονοµικήςοντότητας,

(iv)

εισφορές πουκαταβάλλονται από τον εργοδότη,

(v)

εισφορές από τους συµµετέχοντες στο πρόγραµµα ,

(vi)

Παροχές που πληρώνονται (νii) συνενώσεις επιχειρήσεων και

(viii) ∆ιακανονισµοί.

(στ) µία συµφωνία της παρούσας αξίας της δέσµευσης καθορισµένης παροχής ως (γ) ανωτέρω και της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος ως (ε) ανωτέρω µε τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στον ισολογισµό, που να παρουσιάζει τουλάχιστον:

(i)

τα καθαρά αναλογιστικά κέρδη ή ζηµίες που δεν αναγνωρίζονται στον ισολογισµό (βλέπε παράγραφο 92),

(ii)

το κόστος προϋπηρεσίας που δεν αναγνωρίζεται στον ισολογισµό (βλέπε παράγραφο 96),

(iii) οποιοδήποτε ποσό δεν αναγνωρίζεται ως περιουσιακό στοιχείο, λόγω του ορίου της παραγράφου 58 (β),

(iv) την εύλογη αξία κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού οποιουδήποτε δικαιώµατος αποζηµίωσης αναγνωρισµένου ως περιουσιακού στοιχείου όπως ορίζει η παράγραφος 104Α (µε µία σύντοµη περιγραφή της σχέσης µεταξύ του δικαιώµατος αποζηµίωσης και της σχετιζόµενης δέσµευσης) και,

(v) τα άλλα ποσάπου είναι αναγνωρισµένα στον ισολογισµό.

(ζ) το συνολικό έξοδο που είναι αναγνωρισµένο στα αποτελέσµατα για κάθε ένα από τα ακόλουθα και το συγκεκριµένο κονδύλι (τα συγκεκριµένα κονδύλια) στα οποία συµπεριλαµβάνονται:

(i)

κόστοςτρέχουσας απασχόλησης

(ii)

κόστοςτόκου,

(iii) αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος,

(iv)

αναµενόµενη απόδοση κάθε δικαιώµατος αποζηµίωσης που έχει αναγνωρισθεί ως περιουσιακό στοιχείο σύµφωνα µε την παράγραφο 104Α,

(v)

αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες

(vi)

κόστοςπροϋπηρεσίας και ii) την επίπτωση κάθε περικοπής ή τακτοποίησης και

(viii) την επίδρασητουορίουτηςπαραγράφου 58(β). ,

(η) το συνολικό ποσό που αναγνωρίστηκε στην κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων για κάθε ένα από τα ακόλουθα:

(i)

αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες και

(ii)

την επίδρασητου ορίου της παραγράφου 58(β).

(θ) για οντότητες που αναγνωρίζουν αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες στην κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων σύµφωνα µε την παράγραφο 93Α , το σωρευτικό ποσό των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών που αναγνωρίστηκαν στην κατάσταση αναγνωρισµένων εσόδων και εξόδων.

(ι) για κάθε κύρια κατηγορία περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος, που θα περιλαµβάνει αλλά δεν θα περιορίζεται σε συµµετοχικούς τίτλους, χρεωστικούς τίτλους, ακίνητα και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο, το ποσοστό ή το ποσό της εύλογης αξίας των συνολικών περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος που αντιπροσωπεύει κάθεκύριακατηγορία.

(ια) τα ποσά που περιλαµβάνονται στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων τουπρογράµµατοςγια:

(i)

κάθε κατηγορία των ιδίων χρηµατοοικονοµικών µέσων της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας ,

(ii)

κάθε ακίνητη περιουσία που χρησιµοποιείται ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που χρησιµοποιούνται, από την αναφέρουσα οικονοµική οντότητα.

(ιβ) µία αφηγηµατική περιγραφή της βάσης που χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό της συνολικής αναµενόµενης απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων, συµπεριλαµβανοµένης της επίδρασης των κύριων κατηγοριών των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος.

(ιγ) την πραγµατική απόδοση επί των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος καθώς και την πραγµατική απόδοση πάνω σε κάθε δικαίωµα αποζηµίωσης αναγνωρισµένο ως περιουσιακό στοιχείο σύµφωνα µε την παράγραφο 104Α.

(ιδ) τις βασικές αναλογιστικές παραδοχές που χρησιµοποιούνται κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού, συµπεριλαµβάνοντας, όπου αρµόζει:

(i)

των προεξοφλητικών επιτοκίων,

(ii)

των αναµενόµενων ποσοστών απόδοσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος για τις περιόδους που παρουσιάζονται στις οικονοµικές καταστάσεις,

(iii) των αναµενόµενων αποδόσεων για τις περιόδους που παρουσιάζονται στις οικονοµικές καταστάσεις πάνω σε κάθε δικαίωµα αποζηµίωσης αναγνωρισµένο ως περιουσιακό στοιχείο σύµφωνα µε την παράγραφο 104Α,

(iv)

των αναµενόµενων ποσοστών µισθολογικών αυξήσεων (και των µεταβολών ενός δείκτη ή άλλης µεταβλητής που καθορίζονται από τους τυπικούς ή τεκµαιρόµενους όρους του προγράµµατος, ως βάση για µελλοντικές αυξήσεις παροχών),

(v)

των τάσεων των συντελεστών του ιατροφαρµακευτικού κόστους,

(vi)

και κάθε άλλης σηµαντικής αναλογιστικής παραδοχής που χρησιµοποιήθηκε.

Μία οικονοµική οντότητα θα γνωστοποιεί κάθε αναλογιστική παραδοχή σε απόλυτους όρους (για παράδειγµα ως ένα απόλυτο ποσοστό) και όχι απλώς ως έναπεδίο µεταξύδιαφόρων ποσοστών ή άλλων µεταβλητών.

(ιε) την επίδραση της αύξησης µιας ποσοστιαίας µονάδας και την επίδραση της µείωσης µιας ποσοστιαίας µονάδας στις υποτιθέµενες τάσεις των συντελεστών τουιατροφαρµακευτικού κόστους επί:

(ι) του καθαρού κόστους της περιόδου για το κόστος ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης των προγραµµάτων µετά την έξοδο από την υπηρεσία, στο άθροισµα των συστατικών του κόστους τρέχουσας απασχόλησης και του τόκου και

(ii) τη σωρευµένη δέσµευση παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία για ιατροφαρµακευτικά κόστη.

Για τους σκοπούς της γνωστοποίησης αυτής, όλες οι λοιπές παραδοχές θα παραµείνουν αµετάβλητες. Για προγράµµατα που λειτουργούν σε περιβάλλοντα υψηλού πληθωρισµού, η γνωστοποίηση θα είναι η επίδραση της αύξησης ή µείωσης ενός ποσοστού στις υποτιθέµενες τάσεις των συντελεστών του ιατροφαρµακευτικού κόστους που να έχει την ίδια επίδραση µε µία ποσοστιαία µονάδα σε περιβάλλον χαµηλού πληθωρισµού.

(ιστ) τα ποσά για την τρέχουσα ετήσια περίοδο και τις προηγούµενες τέσσαρες ετήσιες περιόδους:

(i)

της παρούσας αξίας της δέσµευσης καθορισµένης παροχής, της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και του πλεονάσµατοςή του ελλείµµατος του προγράµµατος και

(ii)

τις εµπειρικές προσαρµογές που προκύπτουν από:

(A)

τις υποχρεώσεις του προγράµµατος εκφρασµένες είτε ως (1) ένα ποσό είτε ως (2) ένα ποσοστό των υποχρεώσεων του προγράµµατος κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού και

(B)

τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος εκφρασµένα είτε ως (1) ένα ποσό είτε ως (2) ένα ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού.

(ιζ) τη βέλτιστη εκτίµηση του εργοδότη, µόλις αυτή µπορεί να προσδιοριστεί µε αξιοπιστία, των εισφορών που αναµένεται να καταβληθούν για το πρόγραµµα κατά την ετήσια περίοδο που ξεκινά µετάτηνηµεροµηνία του ισολογισµού.

121 Η παράγραφος 120Α(β) απαιτεί µια γενική περιγραφή του τύπου του προγράµµατος, Μία τέτοια περιγραφή διαχωρίζει, για παράδειγµα, συνταξιοδοτικά προγράµµατα ενιαίου µισθού από συνταξιοδοτικά προγράµµατα τελικού µισθού και από ιατροφαρµακευτικά προγράµµατα µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Η περιγραφή του προγράµµατος θα περιλαµβάνει άτυπες πρακτικές οι οποίες δηµιουργούν τεκµαιρόµενες δεσµεύσεις που περιλαµβάνονται στην επιµέτρηση της δέσµευσης καθορισµένης παροχής σύµφωνα µε την παράγραφο 52. ∆εν απαιτούνται περισσότερες λεπτοµέρειες.

122 Όταν η οικονοµική οντότητα έχει περισσότερα του ενός προγράµµατα καθορισµένων παροχών, µπορεί να γίνουν συνολικές γνωστοποιήσεις για κάθε πρόγραµµα ξεχωριστά ή σε τέτοιες οµαδοποιήσεις που θεωρούνται ότι είναι οι πιο χρήσιµες. Μπορεί να είναι χρήσιµο ναδιαχωρίζονται οιοµαδοποιήσεις µε κριτήρια, όπως τα ακόλουθα:

(α) τη γεωγραφική θέση των προγραµµάτων, για παράδειγµα, διακρίνοντας εγχώρια προγράµµατα από προγράµµατα εξωτερικού ή,

(β) κατά πόσον τα προγράµµατα υπόκεινται σε σηµαντικά διαφορετικούς κινδύνους, για παράδειγµα, διακρίνοντας µεταξύ συνταξιοδοτικών προγραµµάτων ενιαίου µισθού από συνταξιοδοτικά προγράµµατα τελικού µισθού και από ιατροφαρµακευτικά προγράµµατα µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

Όταν η οικονοµική οντότητα παρέχει γνωστοποιήσεις συνολικά για οµαδοποιηµένα προγράµµατα, τέτοιες γνωστοποιήσεις παρέχονται µε τη µορφή των µέσων σταθµισµένων όρων ήσχετικά περιορισµένων διακυµάνσεων.

123 Η παράγραφος 30 απαιτεί πρόσθετες γνωστοποιήσεις για τα προγράµµατα καθορισµένων παροχών πολλών εργοδοτών, που αντιµετωπίζονται ως αν ήταν προγράµµατα καθορισµένων εισφορών.

124 Όπου απαιτείται από το ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά:

(α) µε συναλλαγές συνδεδεµένων µερών µε προγράµµατα παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία και,

(β) µε παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία για τα στελέχη του διευθυντικού προσωπικού.

125 Όπου απαιτείται από το ∆ΛΠ 37 Προβλέψεις, Ενδεχόµενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόµενες Απαιτήσεις, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες για τις ενδεχόµενες υποχρεώσεις που ανακύπτουν από υποχρεώσεις για παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία.

Λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους

126 Λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους περιλαµβάνουν, για παράδειγµα:

(α) µακροπρόθεσµες αποζηµιωνόµενες απουσίες όπως άδεια µακρόχρονης υπηρεσίας ή σαββατική άδεια,

(β) παροχές ιωβηλαίου ήάλλης µακρόχρονης υπηρεσίας,

(γ) παροχές µακροπρόθεσµης ανικανότητας,

(δ) συµµετοχή στα κέρδη και πρόσθετες παροχές καταβληθείσες σε δώδεκα ή περισσότερους µήνες από το τέλος της περιόδου στην οποία οι εργαζόµενοι παρέχουν τη σχετική υπηρεσία και,

(ε) µεταφερόµενη αποζηµίωση που καταβάλλεται σε δώδεκα ή περισσότερους µήνες από τοτέλος της περιόδου µέσα στην οποίααποκτάται το δικαίωµα.

127 Η επιµέτρηση λοιπών µακροπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους δεν υπόκειται συνήθως στον ίδιο βαθµό αβεβαιότητας, όπως η επιµέτρηση των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Περαιτέρω, η καθιέρωση ή οι µεταβολές σε λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους σπάνια δηµιουργεί ένα σηµαντικό κόστος προϋπηρεσίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, το Πρότυπο αυτό απαιτεί µια απλοποιηµένη µέθοδο λογιστικής για τις λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους. Η µέθοδος αυτή διαφέρει από την απαιτούµενη λογιστικοποίηση των παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία ωςεξής:

(α) αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές αναγνωρίζονται αµέσως και δεν εφαρµόζεται κανένα «περιθώριο» και,

(β) όλο το κόστος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεταιαµέσως.

Αναγνώριση και επιµέτρηση

128 Το ποσό που αναγνωρίζεται ως υποχρέωση για λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους πρέπει να είναι το καθαρό σύνολο των ακολούθων ποσών:

(α) της παρούσας αξίας της υποχρέωσης καθορισµένων παροχών κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού (βλέπε παράγραφο 64),

(β) µείον την εύλογη αξία κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (αν υπάρχουν) από τα οποία οι υποχρεώσεις θα διακανονιστούν άµεσα (βλέπε παραγράφους 10-104).

Κατά την επιµέτρηση της υποχρέωσης, η οικονοµική οντότητα θα εφαρµόζει τις παραγράφους 49–91, πλην των παραγράφων 54–61. Η οικονοµική οντότητα πρέπει να εφαρµόζει την παράγραφο 104Α στην αναγνώριση και επιµέτρηση οποιουδήποτε δικαιώµατος αποζηµίωσης.

129 Για λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει το καθαρό σύνολο των ακολούθων ποσών ως δαπάνη ή (µε επιφύλαξη της παραγράφου 58) ως έσοδο, εκτός κατά την έκταση που ένα άλλο Πρότυπο απαιτεί ή επιτρέπει τη συµπερίληψή τουςστο κόστος περιουσιακού στοιχείου:

(α) το κόστος τρέχουσας απασχόλησης (βλέπε παραγράφους 63-91),

(β) το κόστος τόκων (βλέπε παράγραφο 82),

(γ) την αναµενόµενη απόδοση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του προγράµµατος (βλέπε παραγράφους 105-107) και οποιουδήποτε δικαιώµατος αποζηµίωσης που είναι αναγνωρισµένο ως περιουσιακό στοιχείο (βλέπε παράγραφο 104Α),

(δ) αναλογιστικάκέρδη και ζηµίες, που θα αναγνωρίζονται όλα αµέσως,

(ε) κόστος προϋπηρεσίας, το οποίο θα αναγνωρίζεται αµέσως και,

(στ) την επίδραση οποιασδήποτε περικοπής ή διακανονισµού (βλέπε παραγράφους 109 και 110).

130 Ένας τύπος λοιπών µακροπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους είναι η παροχή για µακροπρόθεσµη ανικανότητα. Αν το επίπεδο της παροχής εξαρτάται από τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας, υποχρέωση ανακύπτει, όταν η υπηρεσία παρέχεται. Η επιµέτρηση της υποχρέωσης αυτής αντανακλά την πιθανότητα ότι θα απαιτηθεί πληρωµή και τη διάρκεια του χρόνου για την οποία αναµένεται να πραγµατοποιηθεί πληρωµή. Αν το επίπεδο της παροχής είναι το ίδιο για κάθε ανίκανο για εργασία εργαζόµενο ανεξαρτήτως ετών υπηρεσίας, το αναµενόµενο κόστος αυτών των παροχών αναγνωρίζεται, όταν ένα γεγονός προξενεί µιαµακροπρόθεσµηανικανότητα.

Γνωστοποιήσεις

131 Αν και το παρόν Πρότυπο δεν απαιτεί συγκεκριµένες γνωστοποιήσεις για άλλες µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους, είναι δυνατό να απαιτούνται γνωστοποιήσεις από άλλα Πρότυπα – για παράδειγµα, όταν η δαπάνη που προκύπτει από τέτοιες παροχές είναι σηµαντική και θα απαιτείτο η γνωστοποίησή της σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 1 Παρουσίαση των Οικονοµικών Καταστάσεων. Όπου απαιτείται από το ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά µε λοιπές µακροπρόθεσµες παροχές σε εργαζόµενους για τα βασικά διοικητικά στελέχη.

Παροχές εξόδου από την υπηρεσία

132 Το Πρότυπο αυτό ασχολείται µε τις παροχές τερµατισµού υπηρεσίας ξεχωριστά από τις άλλες παροχές σε εργαζόµενους, γιατί το γεγονός που δηµιουργεί υποχρέωση είναι µάλλον ο τερµατισµόςυπηρεσίας, παρά ηυπηρεσία του εργαζοµένου.

Αναγνώριση

133 Η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει τις παροχές εξόδου από την υπηρεσία ως υποχρέωση και ως δαπάνη όταν, και µόνον όταν, η οικονοµική οντότητα είναι αποδεδειγµένα δεσµευµένη είτε:

(α) να τερµατίσει την απασχόληση ενός εργαζόµενου ή οµάδας εργαζοµένων πριν από τηνκανονική ηµεροµηνία αφυπηρέτησης είτε,

(β) να χορηγήσει παροχές εξόδου από την υπηρεσία, ως αποτέλεσµα µιας προσφοράς που γίνεται για να ενθαρρύνειεκούσια έξοδο από την υπηρεσία.

134 Η οικονοµική οντότητα είναι ευαπόδεικτα δεσµευµένη σε τερµατισµό της υπηρεσίας, όταν και µόνον όταν, η οικονοµική οντότητα έχει ένα λεπτοµερειακό επίσηµο πρόγραµµα για τον τερµατισµό της υπηρεσίας και δεν υπάρχει πραγµατική πιθανότητα απόσυρσης. Το λεπτοµερειακό πρόγραµµα θα συµπεριλαµβάνει, κατ’ ελάχιστο:

(α) την εγκατάσταση, λειτουργία και τον κατά προσέγγιση αριθµό εργαζόµενων των οποίων οιυπηρεσίες πρόκειται να τερµατιστούν,

(β) τις παροχές εξόδου από την υπηρεσία για κάθε ταξινοµηµένη κατηγορία εργασίας ή λειτουργία και,

(γ) το χρόνο κατά τον οποίο το πρόγραµµα θα εφαρµοστεί. Η εφαρµογή θα αρχίσει το δυνατό συντοµότερα και ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η εφαρµογή πρέπει να είναι τέτοιας διάρκειας ώστε ουσιαστικές µεταβολές στο πρόγραµµανα µην είναι πιθανές.

135 Η οικονοµική οντότητα µπορεί να δεσµεύεται από τη νοµοθεσία, από σύµβαση ή άλλες συµφωνίες µε τους εργαζόµενους ή τους αντιπροσώπους τους ή από τεκµαιρόµενη υποχρέωση που βασίζεται σε επιχειρηµατική πρακτική, συνήθεια ή επιθυµία να ενεργήσει δίκαια, να διενεργήσει πληρωµές (ή να παρέχει άλλα οφέλη) σε εργαζόµενους, όταν τερµατίσουν την υπηρεσία τους. Τέτοιες πληρωµές είναι παροχές εξόδου από την υπηρεσία Οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία χαρακτηριστικά είναι πληρωµές εφάπαξ ποσών, αλλά µερικές φορές περιλαµβάνουν επίσης:

(α) ενίσχυση των παροχών λόγω αφυπηρέτησης ή των άλλων παροχών µετά την έξοδο από την υπηρεσία, είτε έµµεσα µέσω ενός προγράµµατος παροχών σε εργαζόµενους, είτε άµεσα και,

(β) µισθούς µέχρι το τέλος µιας καθορισµένης περιόδου προειδοποίησης, αν ο εργαζόµενος δεν παρέχει περαιτέρω υπηρεσία που αποδίδει οικονοµικά οφέλη στην οικονοµική οντότητα.

136 Μερικές παροχές σε εργαζόµενους είναι καταβλητέες ανεξάρτητα από το λόγο της αποχώρησης του εργαζόµενου. Η καταβολή τέτοιων παροχών είναι βέβαιη (υποκείµενη σε οποιαδήποτε κατοχύρωση ή σε ελάχιστες προϋποθέσεις υπηρεσίας), αλλά το χρονοδιάγραµµα της πληρωµής τους είναι αβέβαιο. Μολονότι τέτοιες παροχές περιγράφονται σε µερικές χώρες ως αποζηµιώσεις τερµατισµού υπηρεσίας ή εφάπαξ τερµατισµού υπηρεσίας θεωρούνται παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία µάλλον, παρά παροχές εξόδου από την υπηρεσία και η οικονοµική οντότητα τις λογιστικοποιεί ως παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία. Μερικές οικονοµικές οντότητες παρέχουν ένα χαµηλότερο επίπεδο παροχής για οικειοθελή τερµατισµό της υπηρεσίας κατόπιν αίτησης του εργαζόµενου (ουσιαστικά, παροχή µετά την έξοδο από την υπηρεσία), παρά οικειοθελή έξοδο από την υπηρεσία µετά από αίτηση της οικονοµικής οντότητας. Η πρόσθετη καταβλητέα παροχή κατά τον οικειοθελή τερµατισµό της υπηρεσίας είναι µια παροχή εξόδουαπό την υπηρεσία

137 Οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία δεν παρέχουν στην οικονοµική οντότητα µελλοντικάοικονοµικάοφέλη και αναγνωρίζονται αµέσωςως έξοδα.

138 Όταν η οικονοµική οντότητα αναγνωρίζει παροχές λόγω αφυπηρέτησης, είναι δυνατόν η οικονοµική οντότητα να πρέπει επίσης να λογιστοποιήσει και την περικοπή παροχών αποχώρησης ήάλλων παροχών σε εργαζόµενους (βλέπε παράγραφο 109).

Επιµέτρηση

139 Όταν οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία λήγουν πέραν των δώδεκα µηνών από την ηµεροµηνία του ισολογισµού, θα προεξοφλούνται χρησιµοποιώντας το επιτόκιο που καθορίζεται στην παράγραφο 78.

140 Στην περίπτωση προσφοράς για ενθάρρυνση εκούσιας εξόδου από την υπηρεσία, η επιµέτρηση των παροχών εξόδου από την υπηρεσία πρέπει να βασίζεται στον αριθµό των εργαζοµένων που αναµένεται νααποδεχθούν την προσφορά.

Γνωστοποιήσεις

141 Όταν υπάρχει αβεβαιότητα για τον αριθµό των εργαζόµενων που θα αποδεχθούν µια προσφορά για τις παροχές εξόδου από την υπηρεσία, τότε υπάρχει ενδεχόµενη υποχρέωση. Όπως απαιτείται από το ∆ΛΠ 37 Προβλέψεις, Ενδεχόµενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόµενες Απαιτήσεις, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά µε την ενδεχόµενηυποχρέωση, εκτός αν η πιθανότητα επικείµενης εκροής είναιελάχιστη.

142 Καθώς απαιτείται από το ∆ΛΠ 1, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί τη φύση και το ποσό µιας δαπάνης αν είναι σηµαντική. Οι παροχές εξόδου από την υπηρεσία µπορεί να καταλήγουν σε έξοδο για το οποίο απαιτείται γνωστοποίηση σε συµµόρφωση µε αυτήν την απαίτηση.

143 Όπου απαιτείται από το ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών, η οικονοµική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες για τις παροχές εξόδου από την υπηρεσία, για τα βασικά διοικητικά στελέχη.

144-152 [Απαλείφθηκε]

Μεταβατικές διατάξεις

153 Αυτό το κεφάλαιο καθορίζει τον µεταβατικό χειρισµό των προγραµµάτων καθορισµένων παροχών. Όταν µία οικονοµική οντότητα υιοθετεί για πρώτη φορά το Πρότυπο αυτό για άλλες παροχές σε εργαζόµενους, θα εφαρµόζει το ∆ΛΠ 8 Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιµήσεων και Λάθη.

154 Κατά την πρώτη υιοθέτηση του Προτύπου αυτού, η οικονοµική οντότητα θα προσδιορίζει τη µεταβατική της υποχρέωση για προγράµµατα καθορισµένων παροχών κατά την ηµεροµηνίααυτή ως:

(α) την παρούσα αξία της υποχρέωσης (βλέπε παράγραφο 64) κατά την ηµεροµηνία της υιοθέτησης,

(β) µείον την εύλογη αξία, κατά την ηµεροµηνία της υιοθέτησης, των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος (αν υπάρχουν) από τα οποία οι υποχρεώσεις πρόκειταινατακτοποιηθούν απευθείας (βλέπε παραγράφους 102 – 104),

(γ) µείον κάθε κόστος προϋπηρεσίας που, σύµφωνα µε την παράγραφο 96, θα αναγνωριστεί σε µεταγενέστερες περιόδους.

155 Αν η µεταβατική υποχρέωση είναι µεγαλύτερη από την υποχρέωση που θα είχε αναγνωρισθεί κατά την ίδια ηµεροµηνία σύµφωνα µε την προηγούµενη λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας, η οικονοµική οντότητα θα κάνει µια ανέκκλητη επιλογή για να αναγνωρίσει την αύξηση αυτή ως µέρος της δικής της υποχρέωσης για καθορισµένες παροχές σύµφωνα µε την παράγραφο 54:

(α) αµέσως, σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 8 ή

(β) ως ένα έξοδο πάνω σε µια σταθερή βάση σε διάρκεια µέχρι πέντε ετών από την ηµεροµηνία υιοθέτησης. Αν η οικονοµική οντότητα επιλέξει την (β), θα πρέπει:

(i)

να εφαρµόσει το όριο που περιγράφεται στην παράγραφο 58 (β) κατά την επιµέτρηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που αναγνωρίζεται στον ισολογισµό,

(ii)

να γνωστοποιήσει κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού: (1) το ποσό της αύξησης που παραµένει µη αναγνωρισµένο και (2) το ποσό που αναγνωρίζεται στην τρέχουσα περίοδο,

(iii) να περιορίσει την αναγνώριση µεταγενέστερων αναλογιστικών κερδών (αλλά όχι αρνητικό κόστος προϋπηρεσίας) ως ακολούθως. Αν ένα αναλογιστικό κέρδος πρέπει να αναγνωριστεί σύµφωνα µε τις παραγράφους 92 και 93 η οικονοµική οντότητα πρέπει να αναγνωρίσει αυτό το αναλογιστικό κέρδος µόνο κατά την έκταση που τα καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρίσιµα αναλογιστικά κέρδη (πριν την αναγνώριση αυτού του αναλογιστικού κέρδους) υπερβαίνουν το µη αναγνωρισµένο µέρος της µεταβατικής υποχρέωσης και,

(iv) να συµπεριλαµβάνει το σχετικό µέρος της µη αναγνωρισµένης µεταβατικής υποχρέωσης στον προσδιορισµό κάθε µεταγενέστερου κέρδους ή ζηµιάς κατά την τακτοποίηση ή την περικοπή.

Αν η µεταβατική υποχρέωση είναι µικρότερη από την υποχρέωση που θα είχε αναγνωρισθεί κατά την ίδια ηµεροµηνία σύµφωνα µε την προηγούµενη λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίσει αυτή τη µείωση αµέσως σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 8.

156 Κατά την αρχική υιοθέτηση του Προτύπου, οι επιπτώσεις της µεταβολής στις λογιστικές πολιτικές περιλαµβάνουν όλα τα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές που ανέκυψαν σε προηγούµενες περιόδους, ακόµη και αν αυτές εµπίπτουν στο περιθώριο του 10% που καθορίζεται στην παράγραφο 92.

Παράδειγµα που επεξηγεί τις παραγράφους 154 µέχρι 156

Την 31η ∆εκεµβρίου 1998, ο ισολογισµός µιας οικονοµικής οντότητας περιλαµβάνει µια υποχρέωση για συντάξεις των 100. Η οικονοµική οντότητα υιοθετεί το Πρότυπο την 1η Ιανουαρίου 1999, όταν η παρούσα αξία της υποχρέωσης σύµφωνα µε το Πρότυπο είναι

1.300 και η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι 1000. Την 1η Ιανουαρίου 1993, η οικονοµική οντότητα είχε βελτιώσει τις συντάξεις (κόστος για µη κατοχυρωµένες παροχές: 160), και µέση αποµένουσα περίοδο κατά την

ηµεροµηνία µέχρι την κατοχύρωση: 10 έτη).

Η µεταβατικές επιπτώσεις έχουν ως ακολούθως:

Παρούσα αξία της υποχρέωσης

1.300

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος

(1.000)

Μείον: κόστος προϋπηρεσίας που αναγνωρίζεται σε µεταγενέστερες

περιόδους (160 Χ4/10)

(64)

Μεταβατική υποχρέωση

236

Υποχρέωση ήδη αναγνωρισµένη

100

Αύξηση στην υποχρέωση

136

Η οικονοµική οντότητα µπορεί να επιλέξει να αναγνωρίσει την αύξηση των 136 είτε αµέσως είτε σε µία διάρκεια µέχρι 5 ετών. Η επιλογή είναι ανέκκλητη.

Την 31η ∆εκεµβρίου 1999, η παρούσα αξία της υποχρέωσης σύµφωνα µε το Πρότυπο είναι 1400 και η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι 1050. Τα καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη από την ηµεροµηνία υιοθέτησης του Προτύπου είναι 120. Η αναµενόµενη µέση υπολειπόµενη εργασιακή ζωή των εργαζόµενων που συµµετέχουν στο πρόγραµµα ήταν οκτώ έτη. Η οικονοµική οντότητα έχει υιοθετήσει πολιτική άµεσης αναγνώρισης των αναλογιστικών κερδών και ζηµιών όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 93.

Η επίδραση του ορίου στην παράγραφο 155(β)(iii) έχει ως ακολούθως. Καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη 120 Μη αναγνωρισµένο µέρος µεταβατικής υποχρέωσης(136 Χ4/5) (109)

Μέγιστο κέρδος που αναγνωρίζεται(παράγραφος 155(β)(iii)) 11

ΗµεροµηνΙα έναρξης ισχύος

157 Αυτό το Πρότυπο αρχίζει να εφαρµόζεται για τις οικονοµικές καταστάσεις που καλύπτουν τις περιόδους που αρχίζουν την ή µετά από την 1η Ιανουαρίου 1999, εκτός όπως ορίζεται στις παραγράφους 159 και 159Α. Η ενωρίτερη υιοθέτηση ενθαρρύνεται. Αν η οικονοµική οντότητα εφαρµόζει αυτό το Πρότυπο στα κόστη παροχών λόγω αφυπηρέτησης για οικονοµικές καταστάσεις που καλύπτουν περιόδους πουαρχίζουν πριν την 1η Ιανουαρίου 1999, η οικονοµική οντότητα οφείλει να γνωστοποιήσει το γεγονός ότι έχει εφαρµόσει το Πρότυπο αυτό αντί του ∆ΛΠ 19 Κόστη Παροχών Λόγω Αφυπηρέτησης, που εγκρίθηκε το 1993.

158 Το Πρότυπο αυτό αντικαθιστά το ∆ΛΠ 19 Κόστη Παροχών Λόγω Αφυπηρέτησης, που εγκρίθηκε το 1993.

159 Τα ακόλουθα τίθενται σε ισχύ για ετήσιες οικονοµικές καταστάσειςπου καλύπτουν περιόδους που αρχίζουν τηνή µετά από την 1η Ιανουαρίου 2001:

(α) ο αναθεωρηµένος ορισµός των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος στην παράγραφο 7 και οι σχετικοί ορισµοί των περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται από ένα ταµείο µακροπρόθεσµων παροχών σε εργαζόµενους και των ασφαλιστηρίων συµβολαίων που πληρούν τις προϋποθέσεις και,

(β) οι προϋποθέσεις αναγνώρισης και επιµέτρησης για αποζηµιώσεις των παραγράφων 104Α, 128 και 129 και των σχετικών γνωστοποιήσεων των παραγράφων 120Α(iv), 120Α(ζ)(iv), 120Α(ιγ) και 120Α(η)(iii).

Η ενωρίτερη υιοθέτηση ενθαρρύνεται. Αν η ενωρίτερη υιοθέτηση επηρεάζει τις οικονοµικές καταστάσεις, η οικονοµική οντότητα οφείλει να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό.

159A Η τροποποίηση στην παράγραφο 58Α καθίσταται ενεργός για ετήσιες οικονοµικές καταστάσεις* που καλύπτουν περιόδους που λήγουν την ή µετά την 31η Μαΐου 2002. Ενθαρρύνεται η ενωρίτερη εφαρµογή. Αν η ενωρίτερη υιοθέτηση επηρεάζει τις οικονοµικές καταστάσεις, η οικονοµική οντότητα οφείλει να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό.

159B Μία οικονοµική οντότητα θα εφαρµόζει τις τροποποιήσεις των παραγράφων 32Α, 34-34Β, 61 και 120-121 για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την ή µετά την 1η Ιανουαρίου 2006. Η εφαρµογή νωρίτερα ενθαρρύνεται. Αν µία οικονοµική οντότητα εφαρµόσει τις τροποποιήσεις αυτές για περίοδο που ξεκινά πριν την 1η Ιανουαρίου 2006, θα γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

159Γ Η επιλογή των παραγράφων 93Α-93∆ µπορεί να χρησιµοποιηθεί για ετήσιες περιόδους που λήγουν την ή µετά την 16η ∆εκεµβρίου 2004. Μία οικονοµική οντότητα που κάνει χρήση της επιλογής για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν πριν την 1η Ιανουαρίου 2006 θα εφαρµόσει και τις τροποποιήσεις των παραγράφων 32Α, 3434Β, 61 και 120-121.

Οιπαράγραφοι 159 και 159 Ααναφέρονται στις «ετήσιεςοικονοµικέςκαταστάσεις» για ευθυγράµµιση µε την πλέον ακριβή ορολογίαγιατην καταγραφή τωνηµεροµηνιών έναρξης ισχύοςπου υιοθετήθηκαν το 1998. Ηπαράγραφος 157 αναφέρεται σε «οικονοµικέςκαταστάσεις».

160 Το ∆ΛΠ 8 εφαρµόζεται όταν µία οικονοµική οντότητα αλλάζει τις λογιστικές της πολιτικές ώστε να αντανακλούν τις αλλαγές που ορίζονται στις παραγράφους 159-159Γ. Κατά την αναδροµική εφαρµογή αυτών των µεταβολών, όπως απαιτείται από το ∆ΛΠ 8, η οικονοµική οντότητα αντιµετωπίζει τις µεταβολές αυτές ως αν είχαν υιοθετηθεί ταυτόχρονα µε το υπόλοιπο του Προτύπου αυτού, µε τη διαφορά ότι µία οικονοµική οντότητα µπορεί να γνωστοποιήσει τα ποσά που ορίζει η παράγραφος 120Α(ιστ) καθώς τα ποσά προσδιορίζονται µελλοντικά για κάθε ετήσια περίοδο από την πρώτη ετήσια περίοδο που παρουσιάζεται στις οικονοµικές καταστάσεις στις οποίες η οντότητα εφαρµόζειγιαπρώτη φορά τις τροποποιήσεις της παραγράφου 120Α.

ΠροσάρτηµαΑ Επεξηγηµατικό Παράδειγµα

Το προσάρτηµα αυτό συνοδεύει αλλά δεν αποτελεί µέρος του ∆ΛΠ 19.

Παρουσιάζονται αποσπάσµατα από καταστάσεις λογαριασµού αποτελεσµάτων και ισολογισµούς ώστε να επιδειχθεί η επίδραση στις οικονοµικές καταστάσεις αυτές των συναλλαγών που περιγράφονται εν συνεχεία . Αυτά τα αποσπάσµατα δεν ανταποκρίνονται αναγκαστικά σε όλες τις απαιτήσεις γνωστοποίησης και παρουσίασης τωνάλλων Προτύπων.

Ιστορικό

Οι ακόλουθες πληροφορίες δίδονται σχετικά µε ένα χρηµατοδοτούµενο πρόγραµµα καθορισµένης παροχής. Για να διατηρήσουµε τους υπολογισµούς τόκου απλούς, όλες οι συναλλαγές υποτίθεται ότι πραγµατοποιούνται κατά το τέλος του έτους. Η παρούσα αξία της υποχρέωσης και η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων ήταν 1000 την 1η Ιανουαρίου 20Χ1. Καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη κατά αυτήν την ηµεροµηνία ήταν 140.

20X1 20X2 20Χ3

Προεξοφλητικό επιτόκιο κατά την έναρξη του έτους 10.0% 9.0% 8.0% Αναµενόµενο ποσοστό απόδοσης από τα

περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος κατά την

έναρξη του έτους 12.0% 11.1% 10.3%

Κόστος τρέχουσας απασχόλησης 130 140 150

Παροχές που πληρώνονται 150 180 190

Εισφορές που πληρώνονται 90 100 100

Παρούσα αξία υποχρέωσης την 31η ∆εκεµβρίου 1.141 1.197 1.295

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος

κατά την 31η ∆εκεµβρίου 1.092 1.109 1.093

Αναµενόµενη εναποµένουσα εργασιακή ζωή των

εργαζοµένων (έτη) 10 10 10

Στο 20Χ2, το πρόγραµµα τροποποιήθηκε για να παρέχει πρόσθετες παροχές µε ισχύ από 1η Ιανουαρίου 20Χ2. Η παρούσα αξία κατά την 1η Ιανουαρίου 20Χ2 των επιπρόσθετων παροχών για υπηρεσία εργαζοµένων πριν από την 1η Ιανουαρίου 20Χ2 ήταν 50 για κατοχυρωµένες παροχές και 30 για µη κατοχυρωµένες παροχές. Κατά την 1η Ιανουαρίου 20Χ2, η οικονοµική οντότητα εκτίµησε ότι η µέση περίοδος µέχρις ότου οι µη κατοχυρωµένες παροχές θα καθίσταντο κατοχυρωµένες ήταν τρία χρόνια. Το κόστος προϋπηρεσίας που προκύπτει από πρόσθετες µη κατοχυρωµένες παροχές αναγνωρίζεται συνεπώς πάνω σε µιασταθερή βάση κατά τηδιάρκεια των τριών ετών. Το κόστος προϋπηρεσίας που προέρχεται από πρόσθετες κατοχυρωµένες παροχές αναγνωρίζεται αµέσως (παράγραφος 96 του Προτύπου). Η οικονοµική οντότητα έχει υιοθετήσει µια πολιτική της αναγνώρισης αναλογιστικών κερδών και ζηµιών σύµφωνα µε τις ελάχιστες απαιτήσεις της παραγράφου 93.

Μεταβολές στην παρούσα αξία της υποχρέωσης και στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος

Το πρώτο βήµα είναι να συνοψισθούν οι µεταβολές στην παρούσα αξία της υποχρέωσης και στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος και να χρησιµοποιηθεί αυτό για να προσδιοριστείτο ποσό των αναλογιστικών κερδώνή ζηµιών της περιόδου. Αυτά είναι ως εξής:

20X1 20X2 20Χ3

Παρούσα αξία υποχρέωσης, 1η Ιανουαρίου 1.000 1.141 1.197 Κόστος τόκου 100 103 96 Κόστος τρέχουσας απασχόλησης 130 140 150 Κόστος προϋπηρεσίας – µη κατοχυρωµένων

παροχών –30 – Κόστος προϋπηρεσίας – κατοχυρωµένων παροχών –50 – Παροχές που πληρώνονται (150) (180) (190) Αναλογιστικό (κέρδος) ζηµία στην υποχρέωση (ποσό

υπολοίπου) 61 (87) 42

Παρούσα αξία υποχρέωσης 31η ∆εκεµβρίου 1.141 1.197 1.295

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος

την 1η Ιανουαρίου 1.000 1.092 1.109

Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων

του προγράµµατος 120 121 114

Εισφορές 90 100 110

Παροχές που πληρώνονται (150) (180) (190)

Αναλογιστικό (κέρδος) ζηµία στα περιουσιακά

στοιχεία προγράµµατος (ποσό υπολοίπου) 32 (24) (50)

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος 31η ∆εκεµβρίου 1.092 1.109 1.093

Όρια του «περιθωρίου»

Το επόµενο βήµαείναινα προσδιοριστούν ταόρια του περιθωρίουκαι έπειτα να συγκριθούν αυτά µετα σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές για να προσδιοριστεί το καθαρό αναλογιστικό κέρδος ή ζηµιά που αναγνωρίζεται στην περίοδο που ακολουθεί. Σύµφωνα µε την παράγραφο 92 του Προτύπου, τα όρια του «περιθωρίου» τίθενται κατά το µεγαλύτερο µεταξύ:

(α) του 10% της παρούσης αξίας της υποχρέωσης πριν από την έκπτωση των περιουσιακών στοιχείων τουπρογράµµατος και

(β) του 10% της εύλογης αξίας οποιουδήποτε περιουσιακούστοιχείου του προγράµµατος.

Αυτά τα όρια και τα αναγνωρισµένα και µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές έχουν ως ακολούθως:

20X1 20X2 20Χ3

Καθαρά σωρευµένα µη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη (ζηµιές) την 1η Ιανουαρίου 140 107 170 Όρια του «περιθωρίου» την 1η Ιανουαρίου 100 114 120

Υπερβάλλον [Α] 40 – 50

Αναµενόµενη εναποµένουσα εργασιακή ζωή (έτη) [B] 10 10 10 Αναλογιστικό κέρδος (ζηµία) που πρέπει να αναγνωριστεί [A/B] 4 – 5

Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη (ζηµιές) την

1η Ιανουαρίου 140 107 170

Αναλογιστικό κέρδος (ζηµία) για το έτος –

υποχρέωση (61) 87 (42)

Αναλογιστικό κέρδος (ζηµία) για το έτος – περιουσιακά στοιχεία προγράµµατος 32 (24) (50)

Ηµιάθροισµα 111 170 78

Αναλογιστικό (κέρδος) ζηµία αναγνωρισµένο (4) – (5)

Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη (ζηµιές) την 31 ∆εκεµβρίου 107 170 73

Ποσά αναγνωρισµένα στον ισολογισµό και στα αποτελέσµατα και σχετικές αναλύσεις.

Το τελευταίο βήµα είναι να προσδιοριστούν τα ποσά που αναγνωρίζονται στον ισολογισµό και στα αποτελέσµατα, και οι σχετικές αναλύσεις που γνωστοποιούνται σύµφωνα µε την παράγραφο 120Α (στ), (ζ) και (ιβ) του Προτύπου (οι αναλύσεις που πρέπει να γνωστοποιούνται σύµφωνα µε την παράγραφο 120Α(γ) και (ε) παρατίθενται στο κεφάλαιο του παρόντος Προσαρτήµατος «Μεταβολές στην παρούσα αξία της υποχρέωσης και στην εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος». Αυτά είναιως εξής:

20X1 20X2 20Χ3

Παρούσα αξία της υποχρέωσης 1.141 1.197 1.295 Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος (1.092) (1.109) (1.093)

49 88 202 Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά κέρδη (ζηµιές) 107 170 73 Μη αναγνωρισµένο κόστος προϋπηρεσίας – µη

κατοχυρωµένων παροχών – -20 -10

Υποχρέωση αναγνωρισµένη στον ισολογισµό 156 238 265

Κόστος τρέχουσας απασχόλησης 130 140 150 Κόστος τόκου 100 103 96 Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων

του προγράµµατος (120) (121) (114)

Καθαρό αναλογιστικό (κέρδος) ζηµία αναγνωρισµένο στο έτος (4) – (5) Κόστος προϋπηρεσίας – µη κατοχυρωµένων

παροχών – 10 10 Κόστος προϋπηρεσίας – κατοχυρωµένων παροχών – 50 –

Έξοδο αναγνωρισµένο στα αποτελέσµατα 106 182 137

Πραγµατική απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του

προγράµµατος: Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος 120 121 114

Αναλογιστικό κέρδος (ζηµιά) περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος 32 -24 -50

Πραγµατική απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος 152 97 64

Σηµείωση: βλέπε παράδειγµα που εξηγεί τις παραγράφους 104Α-104Γ για την παρουσίαση των αποζηµιώσεων.

ΠροσάρτηµαΒ Υποδείγµατα γνωστοποιήσεων

Το προσάρτηµα αυτό συνοδεύει αλλά δεν αποτελεί µέρος του ∆ΛΠ 19. Τα αποσπάσµατα από το προσάρτηµα των οικονοµικών καταστάσεων δείχνουν πως οι απαιτούµενες γνωστοποιήσεις µπορεί να συγκεντρώνονται στην περίπτωση ενός µεγάλου πολυεθνικού οµίλου που παρέχει µια ποικιλία παροχών σε εργαζοµένους. Αυτά τα αποσπάσµατα δεν ανταποκρίνονται αναγκαστικά σε όλες τις απαιτήσεις γνωστοποίησης και παρουσίασης του ∆ΛΠ 19 και των άλλων Προτύπων. Ειδικότερα, δεν επεξηγούν τηγνωστοποίηση των:

(α) λογιστικές πολιτικές που διέπουν τις παροχές για εργαζόµενους (βλέπε ∆ΛΠ 1 Παρουσίαση των Οικονοµικών Καταστάσεων). Η παράγραφος 120Α(α) του Προτύπου απαιτεί η γνωστοποίηση αυτή να περιλαµβάνει τη λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας για την αναγνώριση αναλογιστικών κερδών και ζηµιών.

(β) µια γενική περιγραφή του τύπου του προγράµµατος (παράγραφος 120Α(β),

(γ) µία αφηγηµατική περιγραφή της βάσης που χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό της συνολικής αναµενόµενης απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων (παράγραφος 120Α(ιβ).

(δ) παροχών σε εργαζοµένους που χορηγούνται σε διευθυντές και βασικά διοικητικά στελέχη (βλέπε ∆ΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις Συνδεδεµένων Μερών).

(ε) παροχών προς εργαζόµενους που βασίζονται σε µετοχές (βλέπε ∆.Π.Χ.Π. 2 Παροχές που Εξαρτώνται από την Αξία των Μετοχών).

Υποχρεώσεις παροχών σε εργαζοµένους

Τα αναγνωρισµέναστον ισολογισµό ποσά έχουν ωςακολούθως:

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών Ιατρικές παροχές µετά την συνταξιοδότησης έξοδο από την υπηρεσία

20X2 20X1 20X2 20X1

Παρούσα αξία των

χρηµατοδοτούµενων υποχρεώσεων 20.300 17.400 – – Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος 18.420 17.280 – –

1.880 120 – –

Παρούσα αξία µη χρηµατοδοτούµενων υποχρεώσεων 2.000 1.000 7.337 6.405 Μη αναγνωρισµένα αναλογιστικά

κέρδη (ζηµιές) (1.605) 840 (2.707) (2.607) Μη αναγνωρισµένο κόστος προϋπηρεσίας (450) (650) – –

Καθαρή υποχρέωση

1.825

1.310

4,630

3,798

Ποσά στον ισολογισµό:

υποχρεώσεις

1,825

1,400

4,630

3,798

περιουσιακά στοιχεία

(90)

Καθαρή υποχρέωση

1.825

1.310

4.630

3.798

© IASCF

813

Τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος συντάξεων περιλαµβάνουν κοινές µετοχές που εκδίδονται από την [επωνυµία της αναφέρουσας οικονοµική οντότητας] µε µια εύλογη αξία των 317 (20 Χ 1 : 281). Τα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος επίσης περιλαµβάνουν ακίνητη ιδιοκτησία που κατέχεται από την [επωνυµία της αναφέρουσας οικονοµική οντότητας] µε µια εύλογη αξία από 200 (20 Χ 1 : 185).

Τα ποσά τα αναγνωρισµένα στα αποτελέσµατα έχουν ως ακολούθως:

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών Ιατρικές παροχές µετά την συνταξιοδότησης έξοδο από την υπηρεσία

20X2 20X1 20X2 20X1

Κόστος τρέχουσας απασχόλησης 850 750 479 411 Τόκος στην υποχρέωση 950 1000 803 705 Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών

στοιχείων του προγράµµατος (900) (650)

Καθαρές αναλογιστικές ζηµιές (κέρδη) που αναγνωρίστηκαν για το έτος (70) (20) 150 140 Κόστος προϋπηρεσίας 200 200 Ζηµιές (κέρδη) στις περικοπές και τις

τακτοποιήσεις 175 (390)

Σύνολο, περιλαµβανόµενο στη «δαπάνη για παροχές σε εργαζόµενους»

1.205

890

1.432

1.256

Πραγµατική απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος

600

2.250

Οι µεταβολές στην παρούσα αξίατης υποχρέωσης καθορισµένωνπαροχών είναιοι εξής:

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών Ιατρικές παροχές µετά την συνταξιοδότησης έξοδο από την υπηρεσία

20X2 20X1 20X2 20X1

∆έσµευση καθορισµένων παροχών έναρξης 18.400 11.600 6.405 5.439 Κόστος εξυπηρέτησης 850 750 479 411 Κόστος τόκου 950 1.000 803 705 Αναλογιστικές ζηµίες (κέρδη) 2.350 950 250 400

Ζηµίες (κέρδη) από περικοπές (500) – Υποχρεώσεις που απαλείφθηκαν κατά τον διακανονισµό – (350)

Υποχρεώσεις που ανελήφθησαν σε

συνενώσεις επιχειρήσεων – 5.000 Συναλλαγµατικές διαφορές σε προγράµµατα εξωτερικού 900 (150)

Παροχές που καταβλήθηκαν (650) (400) (600) (550)

∆έσµευση καθορισµένων παροχών λήξης 223.00 18.400 7.337 6.405

Οι µεταβολές στην εύλογη αξία του προγράµµατος είναι οιεξής:

Προγράµµατα καθορισµένων παροχών συνταξιοδότησης

20X2 20X1

Εύλογη αξία περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος 17.280 9.200 Αναµενόµενη απόδοση 900 650 αναλογιστικά κέρδη και ζηµιές (300) 1.600 Περιουσιακά στοιχεία που διανεµήθηκαν κατά τον

διακανονισµό (400) – Εισφορές που καταβάλλονται από τον εργοδότη 700 350 Περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν σε συνενώσεις

επιχειρήσεων – 6.000 Συναλλαγµατικές διαφορές σε προγράµµατα εξωτερικού 890 (120) Παροχές που καταβλήθηκαν (650) (400)

18.420 17.280

Οόµιλος προγραµµατίζει να συνεισφέρει 900 στα προγράµµατα καθορισµένων παροχών του το 20Χ3.

Οι κύριες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων προγράµµατος σε ποσοστό του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων του προγράµµατος είναι: 20X2 20X1

Ευρωπαϊκές µετοχές 30% 35%

Μετοχές Βορείου Αµερικής 16% 15%

Ευρωπαϊκές οµολογίες 31% 28%

Οµολογίες Βορείου Αµερικής 18% 17%

Ακίνητα 5% 5%

Οι κύριες αναλογιστικές παραδοχές κατά την ηµεροµηνία του ισολογισµού (εκφραζόµενες ως σταθµισµένοι µέσοι όροι):

20X2 20X1

Προεξοφλητικό επιτόκιο την 31η ∆εκεµβρίου 5.0% 6.5%

Αναµενόµενη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του

προγράµµατος την 31η ∆εκεµβρίου 5.4% 7.0%

Μελλοντικές αυξήσεις µισθών 5% 4%

Μελλοντικές αυξήσεις συντάξεων 3% 2%

Αναλογία εργαζοµένων που επιλέγουν την πρόωρη

συνταξιοδότηση 30% 30% Ετήσια αύξηση στο κόστος ιατρικής περίθαλψης 8% 8% Μελλοντικές µεταβολές στο µέγιστο όριο των κρατικών

παροχών ιατρικής φροντίδας 3% 2%

Οι υποτιθέµενες τάσεις των συντελεστών του κόστος της ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης επιδρούν σηµαντικά στα ποσά που αναγνωρίζονται στα αποτελέσµατα. Μία µεταβολή της τάξης του ενός τοις εκατό σε στα υποτιθέµενα κόστη ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης θα είχε τις ακόλουθες επιπτώσεις:

Αύξηση µιας ποσοστιαίας µονάδας

Μείωση µιας ποσοστιαίας µονάδας

Επίδραση στο σύνολο του κόστους εξυπηρέτησης και του κόστους τόκων

190

(150)

Επίδραση στη δέσµευση καθορισµένων παροχών

1.000

(900)

Τα ποσάγιατην τρέχουσα και τις προηγούµενες τέσσαρες περιόδουςέχουνωςεξής : Προγράµµατα καθορισµένων παροχών συνταξιοδότησης

20X2

20X1

20Χ0

20W9

20W8

∆έσµευση καθορισµένων παροχών

(22.300)

(18.400)

(11.600)

(10.582)

(9.144)

Περιουσιακά στοιχεία προγράµµατος

18.420

17.280

9.200

8.502

10.000

Πλεόνασµα/ (έλλειµµα)

(3.880)

(1.120)

(2.400)

(2.080)

856

Εµπειρικές προσαρµογές στις υποχρεώσεις του προγράµµατος

(1.111)

(768)

(69)

543

(642)

Εµπειρικές προσαρµογές στα περιουσιακά στοιχεία του προγράµµατος

(300)

1.600

(1.078)

(2.890)

2.777

Ιατρικές παροχές µετά την έξοδο από την υπηρεσία

20X2

20X1

20Χ0

20W9

20W8

∆έσµευση καθορισµένων παροχών

7.337

6.405

5.439

4.923

4.221

Εµπειρικές αναπροσαρµογές στις υποχρεώσεις του προγράµµατος

(232)

829

490

(174)

(103)

Οόµιλος επίσης συµµετέχει σε ένα κλαδικό ευρύ πρόγραµµα καθορισµένων παροχών, το οποίο παρέχει συντάξεις συνδεόµενες προς τους τελικούς µισθούς και χρηµατοδοτείται σε µια βάση πληρωµής των συντάξεων από τις τρέχουσες εισφορές και τα αποθεµατικά των εισφορών των προηγούµενων ετών. ∆εν είναι εφικτό να προσδιοριστεί η παρούσα αξία της υποχρέωσης του οµίλου ή το τρέχον κόστος της σχετικής υπηρεσίας, καθώς το πρόγραµµα υπολογίζει τις υποχρεώσεις του πάνω σε µια βάση που διαφέρει ουσιωδώς από τη βάση που χρησιµοποιείται στις οικονοµικές καταστάσεις της [επωνυµία της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας]. [να περιγραφεί η βάση]. Πάνω σε αυτήν την βάση οι οικονοµικές καταστάσεις του προγράµµατος την 30η Ιουνίου 20Χ0 δείχνουν µια µη χρηµατοδοτούµενη υποχρέωση των 27525. Η µη χρηµατοδοτούµενη υποχρέωση θα καταλήξει σε µελλοντικές πληρωµές από τους συµµετέχοντες εργοδότες. Το πρόγραµµα έχει περίπου 75000 µέλη, από τα οποία περίπου 5000 είναι τωρινοί ή πρώην απασχολούµενοι της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας [επωνυµία της αναφέρουσας οικονοµικής οντότητας] ή προστατευόµενοί τους. Η δαπάνη που αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων, η οποία είναι ίση προς τις οφειλόµενες για το έτος εισφορές και δεν περιλαµβάνεται στα ανωτέρω ποσά, ήταν 230 (20Χ1 : 215). Οι µελλοντικές εισφορές του οµίλου µπορεί νααυξηθούν σηµαντικά, αν άλλεςοικονοµικέςοντότητες αποσυρθούν από το πρόγραµµα.

ΠροσάρτηµαΓ Απεικόνιση της εφαρµογής της παραγράφου 58Α

Το προσάρτηµα αυτό συνοδεύει αλλά δεν αποτελεί µέρος του ∆ΛΠ 19.

Το ζήτηµα

Η παράγραφος 58 του Προτύπου επιβάλλει ένα ανώτατο όριο στα περιουσιακά στοιχεία καθορισµένων παροχών που µπορούννα αναγνωριστούν .

58 Το ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54 µπορεί να είναι αρνητικό (ένα περιουσιακό στοιχείο). Η οικονοµική οντότητα θα επιµετρά το προκύπτον περιουσιακό στοιχείο στο χαµηλότερο από:

(α) το ποσό που προσδιορίστηκε σύµφωνα µε την παράγραφο 54 [ήτοι το πλεόνασµα/ έλλειµµα στο πρόγραµµα πλέον (µείον) όποιες µη αναγνωρισθείσες ζηµίες (κέρδη)] και

(β) το σύνολο:

(i)

των οποιωνδήποτε µη αναγνωρισµένων αναλογιστικών ζηµιών και κόστουςπροϋπηρεσίας (βλέπε παραγράφους 92, 93 και 96) και,

(ii)

της παρούσας αξίας οποιωνδήποτε οικονοµικών παροχών διαθέσιµων µε τη µορφή επιστροφών από το πρόγραµµαή µειώσεων µελλοντικών εισφορών στο πρόγραµµα. Η παρούσα αξία των οικονοµικών αυτών παροχών θα προσδιορίζεται µε τη χρήση του προεξοφλητικού επιτοκίου που ορίζεται στην παράγραφο 78.

Χωρίς την παράγραφο 58Α (βλέπε κατωτέρω), η παράγραφος 58 (β)(i) θα έχει τις ακόλουθες επιπτώσεις: µερικές φορές η αναβολή της αναγνώρισης µιας αναλογιστικής ζηµίας (κέρδους) κατά τον προσδιορισµό του ποσού που ορίζει η παράγραφος 54, οδηγεί στην αναγνώριση κέρδους (ζηµίας) στην κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων.

Το ακόλουθο παράδειγµα απεικονίζει την επίδραση της εφαρµογής της παραγράφου 58 χωρίς την παράγραφο 58Α. Το παράδειγµα υποθέτει ότι η λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας είναι να µην αναγνωρίζει τα αναλογιστικά κέρδη ή ζηµίες εντός του «περιθωρίου» και να αποσβένει αναλογιστικά κέρδη και ζηµίες εκτός του «περιθωρίου». (∆εν είναι σηµαντική η χρήση ή όχι του «περιθωρίου». Το θέµα µπορεί να προκύψει όποτε υπάρχει αναβαλλόµενη αναγνώριση σύµφωνα µε την παράγραφο 54).

Παράδειγµα 1

A

Β

Γ

∆=Α+Γ

Ε=Β+Γ

ΣΤ=χαµηλό τερο µεταξύ του ∆ και Ε

Ζ

Έτο ς

Πλεόνασµα στο πρόγραµµα

Παρεχόµενα 0ικονοµικά οφέλη (παράγραφο ς 58(β)(ii))

Ζηµίες µη αναγνωρισθ είσες σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Παράγραφο ς 54

Παράγραφο ς 58 (β)

Ανώτατο όριο σε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι το αναγνωρισµ ένο περιουσιακό στοιχείο

Κέρδος που αναγνω ρίζεται στο 2ο έτος

1

100

0

0

100

0

0

2

70

0

30

100

30

30

30

Κατά το τέλος του έτους 1, υπάρχει πλεόνασµα 100 στο πρόγραµµα (στήλη Α του πίνακα), αλλά δεν υπάρχουν οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα είτε από επιστροφή χρηµάτων είτε από µειώσεις σε µελλοντικές εισφορές *(στήλη B). ∆εν υπάρχουν µη αναγνωρισµένα κέρδη ή ζηµίες σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη Γ). Συνεπώς, αν δεν υπήρχε ανώτατο όριο, θα αναγνωρίζετο περιουσιακό στοιχείο 100, που είναι το ποσό που ορίζει η παράγραφος 54 (στήλη ∆). Το ανώτατο όριο της παραγράφου 58 περιορίζει το περιουσιακό στοιχείο στο µηδέν (στήλη ΣΤ).

Το έτος 2 υπάρχει αναλογιστική ζηµία του προγράµµατος 30 που µειώνει το πλεόνασµα από 100 σε 70 (στήλη Α), η αναγνώριση της οποίας αναβάλλεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη Γ). Συνεπώς, αν δεν υπήρχε ανώτατο όριο, θα είχε αναγνωριστεί περιουσιακό στοιχείο 100 (στήλη ∆). Χωρίς την παράγραφο 58Α το ανώτατο όριο θα ήταν 30 (στήλη Ε). Θα αναγνωρίζετο περιουσιακό στοιχείο 30 (στήλη ΣΤ), που θα αύξανε τα έσοδα (στήλη Ζ) έστω και αν το µόνο που έχει συµβεί είναι ότι µειώθηκε ένα πλεόνασµα το οποίο δεν ωφελεί την οικονοµική οντότητα.

Μια παρόµοια επίδραση που αντιβαίνει τη λογική θα µπορούσε να προκύψει µε αναλογιστικά κέρδη (στην έκταση που µειώνουν τις σωρευµένες αναλογιστικές ζηµίες).

Παράγραφος 58A

Η παράγραφος 58Α απαγορεύει την αναγνώριση κερδών (ζηµιών) που προκύπτουν αποκλειστικά από κόστος προϋπηρεσίας και αναλογιστικές ζηµίες (κέρδη).

58A Η εφαρµογή της παραγράφου 58 δεν θα καταλήγει σε ένα κέρδος αναγνωρισµένο, µόνον ως αποτέλεσµα αναλογιστικής ζηµίας ή κόστους προϋπηρεσίας στην τρέχουσα περίοδο ή σε ζηµία αναγνωριζόµενη µόνον ως αποτέλεσµα αναλογιστικού κέρδους στην τρέχουσα περίοδο. Εποµένως, η οικονοµική οντότητα θα αναγνωρίζει αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 τα ακόλουθα, κατά την έκταση που αυτά ανακύπτουν, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία των καθορισµένων παροχών προσδιορίζονται σύµφωνα µε την παράγραφο 58(β):

* µεβάσητουςτρέχοντεςόρουςτουπρογράµµατος.

(α) καθαρές αναλογιστικές ζηµίες της τρέχουσας περιόδου και κόστος προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου κατά την έκταση που αυτά υπερβαίνουν κάθε µείωση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών που ορίζονται στην παράγραφο 58(β)(ii). Αν δεν υπάρχει µεταβολή ή αύξηση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών, ολόκληρη η αναλογιστική ζηµία της τρέχουσας περιόδου και του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου θα αναγνωρίζονται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54.

(β) τα καθαρά αναλογιστικά κέρδη της τρέχουσας περιόδου µετά την αφαίρεση του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου κατά την έκταση που αυτά υπερβαίνουν κάθε αύξηση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών που ορίζονται στην παράγραφο 58(β)(ii). Αν δεν υπάρχει µεταβολή ή µείωση στην παρούσα αξία των οικονοµικών παροχών, ολόκληρα τα καθαρά αναλογιστικά κέρδη της τρέχουσας περιόδου µετά την αφαίρεση του κόστους προϋπηρεσίας της τρέχουσας περιόδου θα αναγνωρίζονται αµέσως, σύµφωνα µε την παράγραφο 54.

Παραδείγµατα

Τα παραδείγµατα που ακολουθούν απεικονίζουν το αποτέλεσµα της εφαρµογής της παραγράφου 58Α. Όπως και προηγουµένως, υποτίθεται ότι η λογιστική πολιτική της οικονοµικής οντότητας είναι να µην αναγνωρίζει τα αναλογιστικά κέρδη ή ζηµίες εντός του «περιθωρίου» και να αποσβένει αναλογιστικά κέρδη ή ζηµίες εκτός του «περιθωρίου». Για λόγους απλούστευσης, η περιοδική απόσβεση των µη αναγνωρισµένων κερδών και ζηµιών εκτός του περιθωρίου δεν λαµβάνεταιυπόψηστο παράδειγµα αυτό.

Παράδειγµα 1 συνέχεια -προσαρµογή όταν υπάρχουν αναλογιστικές ζηµίες και καµία µεταβολή σταπαρεχόµενα οικονοµικά οφέλη

A

Β

Γ

∆=Α+Γ

Ε=Β+Γ

=χαµηλότε ρο µεταξύ του ∆ και Ε

Ζ

Έτος

Πλεόνασµα στο πρόγραµµα

Παρεχόµενα 0ικονοµικά οφέλη (παράγραφος 58(β)(ii))

Ζηµίες µη αναγνωρισθεί σες σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Παράγραφος 54

Παράγραφος 58 (β)

Ανώτατο όριο σε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι το αναγνωρισµέ νο περιουσιακό στοιχείο

Κέρδος που αναγνωρί ζεται στο 2ο έτος

1

100

0

0

100

0

0

2

70

0

0

70

0

0

0

Τα δεδοµένα είναι όπως στο παράδειγµα 1 ανωτέρω. Με την εφαρµογή της παραγράφου 58Α, δεν υπάρχει καµία µεταβολή στα οικονοµικά οφέλη προς στην οικονοµική οντότητα,* έτσι η

Οόρος «οικονοµικάοφέληπρος την οικονοµικήοντότητα» αναφέρεται σε εκείνατα οικονοµικάοφέληπου πληρούν τις προϋποθέσειςγιααναγνώρισησύµφωνα µετην παράγραφο 58(β)(ii).

συνολική αναλογιστική ζηµία των 30 αναγνωρίζεται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆). Το ανώτατο όριο παραµένει στο µηδέν (στήλη ΣΤ) και δεν αναγνωρίζεται κέρδος.

Στην πραγµατικότητα, η αναλογιστική ζηµία των 30 αναγνωρίζεται αµέσως, αλλά συµψηφίζεται µε τη µείωσητης επίδρασης του ανώτατου ορίου.

Περιουσιακό στοιχείο ισολογισµού σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆ ανωτέρω)

Επίδραση του ανώτατου ορίου

Ανώτατο όριο (στήλη ΣΤ ανωτέρω)

Έτος 1

100

(100)

0

Έτος 2

70

(70)

0

Κέρδος/(ζηµία)

(30)

30

0

Στο προαναφερόµενο παράδειγµα, δεν υπάρχει µεταβολή στην παρούσα αξία των οικονοµικών οφελών προς την οικονοµική οντότητα. Η εφαρµογή της παραγράφου 58Α γίνεται περισσότερο πολύπλοκη όταν υπάρχουν µεταβολές στην παρούσα αξία των οικονοµικών οφελών προς την οικονοµικήοντότητα, καθώς απεικονίζεται στα παραδείγµατα που ακολουθούν.

Παράδειγµα 2 -προσαρµογή όταν υπάρχουν αναλογιστικές ζηµίες και µείωση στα παρεχόµενα οικονοµικάοφέλη

A

Β

Γ

∆=Α+Γ

Ε=Β+Γ

ΣΤ=χαµηλό τερο µεταξύ του ∆ και Ε

Ζ

Έτο ς

Πλεόνασµα στο πρόγραµµα

Παρεχόµενα 0ικονοµικά οφέλη (παράγραφο ς 58(β)(ii))

Ζηµίες µη αναγνωρισθ είσες σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Παράγραφο ς 54

Παράγραφο ς 58 (β)

Ανώτατο όριο σε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι το αναγνωρισµ ένο περιουσιακό στοιχείο

Κέρδος που αναγνω ρίζεται στο 2ο έτος

1

60

30

40

100

70

70

2

25

20

50

75

70

70

0

Στο τέλος του έτους 1, υπάρχει πλεόνασµα 60 στο πρόγραµµα (στήλη Α) και οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα 30 (στήλη Β). Υπάρχουν µη αναγνωρισθείσες ζηµίες 40 σύµφωνα µε την παράγραφο 54.* (στήλη Γ). Συνεπώς, αν δεν υπήρχε ανώτατο όριο, θα είχε αναγνωριστεί περιουσιακό στοιχείο 100 (στήλη ∆). Το ανώτατο όριο περιορίζει το περιουσιακό στοιχείο στο 70 (στήλη ΣΤ).

* Ηεφαρµογήτης παραγράφου 58Αεπιτρέπει την αναγνώριση ορισµένων αναλογιστικών κερδών και ζηµιών προςαναβολή σύµφωνα µε την παράγραφο 54 καιπου εποµένως συµπεριλαµβάνονται στον υπολογισµό του ανώτατου ορίουτου περιουσιακούστοιχείου. Γιαπαράδειγµα, σωρευµένες µη αναγνωρισµένες αναλογιστικέςζηµίες πουέχουν σωρευτείενώτο ποσό που ορίζει ηπαράγραφος 58(β) δενείναι χαµηλότερο από τοποσό πουορίζειηπαράγραφος 54 δεν θααναγνωριστούν άµεσα στο σηµείο πουτοποσό πουορίζειηπαράγραφος 58(β) γίνει χαµηλότερο. Αντίθετα ηαναγνώρισή τουςθασυνεχίζει νααναβάλλεται σύµφωνα µε τη λογιστικήπολιτικήτης οικονοµικήςοντότητας. Η αναγνώριση των σωρευµένων µη αναγνωρισµένων ζηµιώναυτού του παραδείγµατος θασυνεχίσει νααναβάλλεται έστωκαι αν εφαρµόζεται ηπαράγραφοςΑ.

Στο έτος 2, µία αναλογιστική ζηµία 35 στο πρόγραµµα µειώνει το πλεόνασµα από 60 σε 25 (στήλη Α). Τα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα µειώνονται κατά 10 – από 30 σε 20 (στήλη Β). Με την εφαρµογή της παραγράφου 58Α, η αναλογιστική ζηµία των 35 αναλύεται ως ακολούθως:

Αναλογιστική ζηµία ίση προς τη µείωση στα οικονοµικά οφέλη 10 Αναλογιστική ζηµία που υπερβαίνει τη µείωση στα οικονοµικά οφέλη 25

Σύµφωνα µε την παράγραφο 58A, 25 της αναλογιστικής ζηµίας αναγνωρίζονται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆). Η µείωση στα οικονοµικά οφέλη των 10 περιλαµβάνεται στις σωρευµένες µη αναγνωρισθείσες ζηµίες που αυξάνονται σε 50 (στήλη Γ). Συνεπώς, το ανώτατο όριο παραµένει επίσης στο 70 (στήλη Ε) καιδεν αναγνωρίζεται κέρδος.

Στην πραγµατικότητα, η αναλογιστική ζηµία των 25 αναγνωρίζεται αµέσως, αλλά συµψηφίζεται µε τη µείωσητης επίδρασης του ανώτατου ορίου.

Περιουσιακό στοιχείο ισολογισµού σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆ ανωτέρω)

Επίδραση του ανώτατου ορίου

Ανώτατο όριο (στήλη ΣΤ ανωτέρω)

Έτος 1

100

(30)

70

Έτος 2

75

(5)

70

Κέρδος/(ζηµία)

(25)

25

0

Παράδειγµα 3 -προσαρµογή όταν υπάρχουν αναλογιστικά κέρδη και µείωση στα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα

A

Β

Γ

∆=Α+Γ

Ε=Β+Γ

=χαµηλότε ρο µεταξύ του ∆ και Ε

Ζ

Έτος

Πλεόνασµα στο πρόγραµµ α

Παρεχόµενα 0ικονοµικά οφέλη (παράγραφο ς 58(β)(ii))

Ζηµίες µη αναγνωρισθ είσες σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Παράγραφο ς 54

Παράγραφο ς 58 (β)

Ανώτατο όριο σε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι το αναγνωρισµ ένο περιουσιακό στοιχείο

Κέρδος που αναγνω ρίζεται στο 2ο έτος

1

60

30

40

100

70

70

2

110

25

40

150

65

65

(5)

Στο τέλος του έτους 1, υπάρχει πλεόνασµα 60 στο πρόγραµµα (στήλη Α) και οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα 30 (στήλη Β). Υπάρχουν µη αναγνωρισθείσες ζηµίες 40 σύµφωνα µε την παράγραφο 54 που προέκυψαν πριν την επίδραση του ανώτατου ορίου (στήλη Γ). Συνεπώς, αν δεν υπήρχε ανώτατο όριο, θα είχε αναγνωριστεί περιουσιακό στοιχείο 100 (στήλη ∆). Το ανώτατο όριο περιορίζει το περιουσιακό στοιχείο στο 70 (στήλη ΣΤ).

Στο έτος 2, µία αναλογιστική ζηµία 50 στο πρόγραµµα αυξάνει το πλεόνασµα από 60 σε 110 (στήλη Α). Τα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα µειώνονται κατά 5 (στήλη Β). Με την εφαρµογή της παραγράφου 58Α, δεν υπάρχει αύξηση στα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα. Συνεπώς, το συνολικό αναλογιστικό κέρδος των 50 αναγνωρίζεται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆) και η σωρευµένη µη αναγνωρισθείσα ζηµία σύµφωνα µε την παράγραφο 54 παραµένει 40 (στήλη Γ). Το ανώτατο όριο µειώνεται στα 65 λόγω της µείωσης στα οικονοµικά οφέλη. Η µείωση δεν είναι αναλογιστική ζηµία σύµφωνα µε τον ορισµό του ∆ΛΠ 19 και συνεπώς δενπληροί τις προϋποθέσεις γιααναβαλλόµενηαναγνώριση.

Στην πραγµατικότητα, η αναλογιστική ζηµία των 50 αναγνωρίζεται αµέσως, αλλά συµψηφίζεται (µε το παραπάνω) µετην αύξηση της επίδρασης του ανώτατου ορίου.

Περιουσιακό στοιχείο ισολογισµού σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆ ανωτέρω)

Επίδραση του ανώτατου ορίου

Ανώτατο όριο (στήλη ΣΤ ανωτέρω)

Έτος 1

100

(30)

70

Έτος 2

150

(85)

65

Κέρδος/(ζηµία)

50

(55)

(5)

Σε αµφότερα τα παραδείγµατα, 2 και 3, υπάρχει µείωση στα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα. Ωστόσο, στο παράδειγµα 2 δεν αναγνωρίζεται ζηµία ενώ στο παράδειγµα 3 αναγνωρίζεται ζηµία. Ο διαφορετικός χειρισµός είναι σύµµορφος µε το χειρισµό των µεταβολών στην παρούσα αξία των οικονοµικών οφελών πριν την εισαγωγή της παραγράφου 58Α. Ο σκοπός της παραγράφου 58Α είναι αποκλειστικά για την αποφυγή της αναγνώρισης των κερδών (ζηµιών) λόγω κόστους προϋπηρεσίας ή αναλογιστικών ζηµιών (κερδών). Στο µέτρο του δυνατού, κάθε άλλη συνέπεια της αναβαλλόµενης αναγνώρισης και του ανώτατου ορίου έχει παραµείνει αµετάβλητη.

Παράδειγµα 4 – προσαρµογή σε περίοδο κατά την οποίατο ανώτατο όριο παύει ναέχειεπίδρασηΣτο τέλος του έτους 1, υπάρχει πλεόνασµα 60 στο πρόγραµµα (στήλη Α) και οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα 25 (στήλη Β). Υπάρχουν µη αναγνωρισθείσες ζηµίες 40 σύµφωνα µε την παράγραφο 54 που προέκυψαν πριν την επίδραση του ανώτατου ορίου (στήλη Γ). Συνεπώς, αν δεν υπήρχε ανώτατο όριο, θα είχε αναγνωριστεί περιουσιακό στοιχείο 100 (στήλη ∆). Το ανώτατο όριο περιορίζει το περιουσιακό στοιχείο στο 65 (στήλη ΣΤ).

A

Β

Γ

∆=Α+Γ

Ε=Β+Γ

ΣΤ=χαµηλό τερο µεταξύ του ∆ και Ε

Ζ

Έτος

Πλεόνασµα στο πρόγραµµ α

Παρεχόµενα 0ικονοµικά οφέλη (παράγραφο ς 58(β)(ii))

Ζηµίες µη αναγνωρισθ είσες σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Παράγραφο ς 54

Παράγραφο ς 58 (β)

Ανώτατο όριο σε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι το αναγνωρισµ ένο περιουσιακό στοιχείο

Κέρδος που αναγνω ρίζεται στο 2ο έτος

1

60

25

40

100

65

65

2

(50)

0

115

65

115

65

0

Στο έτος 2, µία αναλογιστική ζηµία 110 στο πρόγραµµα µειώνει το πλεόνασµα από 60 σε έλλειµµα 50 (στήλη Α). Τα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα µειώνονται από 25 σε 0 (στήλη Β). Για την εφαρµογή της παραγράφου 58Α πρέπει να υπολογιστεί το ποσό της αναλογιστικής ζηµίας που προκύπτει ενώ το περιουσιακό στοιχείο των καθορισµένων παροχών υπολογίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β). Όταν το πλεόνασµα µετατραπεί σε έλλειµµα, το ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54 είναι χαµηλότερο από το καθαρό σύνολο σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β). Οπότε, η αναλογιστική ζηµία που προκύπτει όταν το περιουσιακό στοιχείο της καθορισµένης παροχής προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β) είναι η ζηµία που µειώνει το πλεόνασµα στο µηδέν, ήτοι 60. Η αναλογιστική ζηµία συνεπώς αναλύεται ωςεξής:

Αναλογιστική ζηµία που προκύπτει όταν το περιουσιακό στοιχείο της

καθορισµένης παροχής επιµετράται σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β):

Αναλογιστική ζηµία που είναι ίση µε τη µείωση στα οικονοµικά οφέλη 25

Αναλογιστική ζηµία που υπερβαίνει τη µείωση στα οικονοµικά οφέλη 35

60 Αναλογιστική ζηµία που προκύπτει όταν το περιουσιακό στοιχείο της 50 καθορισµένης παροχής επιµετράται σύµφωνα µε την παράγραφο 54

Συνολική αναλογιστική ζηµία 110

Σύµφωνα µε την παράγραφο 58Α, 35 της αναλογιστικής ζηµίας αναγνωρίζεται αµέσως σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆), 75 (25+50) της αναλογιστικής ζηµίας περιλαµβάνεται στις σωρευµένες µη αναγνωρισθείσες ζηµίες που αυξάνονται σε 115 (στήλη Γ). Το ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 54 γίνεται 65 (στήλη ∆) και σύµφωνα µε την παράγραφο 58 (β) γίνεται 115 (στήλη Ε). Το περιουσιακό στοιχείο που αναγνωρίζεται είναι το χαµηλότερο των δύο, ήτοι 65 (στήλη ΣΤ) και δεν αναγνωρίζεται κανένα κέρδος ή ζηµία (στήλη Ζ).

Στην πραγµατικότητα, η αναλογιστική ζηµία των 35 αναγνωρίζεται αµέσως, αλλά συµψηφίζεται µε τη µείωση της επίδρασης του ανώτατου ορίου.

Περιουσιακό στοιχείο ισολογισµού σύµφωνα µε την παράγραφο 54 (στήλη ∆ ανωτέρω)

Επίδραση του ανώτατου ορίου

Ανώτατο όριο (στήλη ΣΤ ανωτέρω)

Έτος 1

100

(35)

65

Έτος 2

65

0

65

Κέρδος/(ζηµία)

(35)

35

0

Σηµειώσεις

1 Κατά την εφαρµογή της παραγράφου 58Α σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αύξηση στην παρούσα αξία των οικονοµικών οφελών προς την οικονοµική οντότητα, είναι σηµαντικό να θυµόµαστε ότι η παρούσα αξία των οικονοµικών οφελών δεν µπορεί να υπερβεί το πλεόνασµα στο πρόγραµµα. . *

2 Στην πράξη, οι βελτιώσεις των οφελών συχνά καταλήγουν σε κόστος προϋπηρεσίας και σε αύξηση των αναµενόµενων µελλοντικών εισφορών λόγω του αυξηµένου κόστους τρέχουσας απασχόλησης των µελλοντικών ετών. Η αύξηση στις αναµενόµενες µελλοντικές εισφορές µπορεί να αυξήσει τα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα µε τη µορφή αναµενόµενων µειώσεων σε εκείνες τις µελλοντικές εισφορές. Η απαγόρευση που αφορά στην αναγνώριση κέρδους αποκλειστικά λόγω κόστους προϋπηρεσίας στην τρέχουσα περίοδο δεν αποτρέπει την αναγνώριση κέρδους λόγω αύξησης των οικονοµικών οφελών. Οµοίως, µία µεταβολή στις αναλογιστικές παραδοχές που δηµιουργεί αναλογιστική ζηµία µπορεί επίσης να αυξήσει τις µελλοντικές εισφορές και, κατά συνέπεια, τα οικονοµικά οφέλη προς την οικονοµική οντότητα µε τη µορφή αναµενόµενων µειώσεων στις µελλοντικές εισφορές. Και πάλι, η απαγόρευση που αφορά στην αναγνώριση κέρδους αποκλειστικά λόγω αναλογιστικής ζηµίας κατά την τρέχουσα περίοδο δεν αποτρέπει την αναγνώριση κέρδους λόγω αύξησης τωνοικονοµικών οφελών.

* Το παράδειγµα πουακολουθείτην παράγραφο 60 του∆ΛΠ 19 έχει διορθωθεί ώστε ηπαρούσααξία των µελλοντικών επιστροφών και µειώσεων σε συνεισφορές ναείναι ίση µετοπλεόνασµατων 90 τουπρογράµµατος (αντί 100), µε επιπρόσθετηδιόρθωση του ανώτατου ορίουστο 270 (αντί 280).

Προσάρτηµα ΣΤ Τροποποιήσεις σε άλλα Πρότυπα

Οι τροποποιήσεις αυτού του προσαρτήµατος θα εφαρµόζονται για ετήσιες περιόδους που ξεκινούν την ή µετά την  Ιανουαρίου 2006. Εάν µία οντότητα εφαρµόσει τις τροποποιήσεις του ∆ΛΠ 19 για προγενέστερη λογιστική περίοδο, οι τροποποιήσεις αυτές θα εφαρµοστούν για εκείνη την προγενέστερη περίοδο.

* * * * *

Η τροποποίηση που συµπεριλαµβανόταν στο προσάρτηµα αυτό όταν εκδόθηκε το Πρότυπο το 2004 έχουν ενσωµατωθεί στο κείµενο του ∆.Π.Χ.Π. 1 και των ∆ΛΠ 1 και 24 που δηµοσιεύτηκαν την 16η ∆εκεµβρίου 2004.

Προσάρτηµα∆ Έγκριση της τροποποίησης του 2002 από το Συµβούλιο

Η τροποποίηση του 2002 το ∆ΛΠ 19 εγκρίθηκε γιαέκδοση από τα δεκατρία µέλη του Συµβουλίου των ∆ιεθνών Λογιστικών Προτύπων. Ηκ. O’Malley διαφώνησε. Η αντιγνωµία της παρατίθεται

στο Παράρτηµα που ακολουθεί.

Sir David Tweedie

Πρόεδρος

Thomas E Jones

Αντιπρόεδρος

Mary E Barth

Hans-Georg Bruns

Anthony T Cope

Robert P Garnett

Gilbert Gélard

James J Leisenring

Warren J McGregor

Patricia L O’Malley

Harry K Schmid

John T Smith

Geoffrey Whittington

Tatsumi Yamada

ΠροσάρτηµαΖ -Έγκριση της τροποποίησης του 2004 από το Συµβούλιο

Την τροποποίηση του ∆ΛΠ 19 του ∆εκεµβρίου του 2004 ενέκριναν για έκδοση δώδεκα από τα δεκατέσσερα µέλη του Συµβουλίου των ∆ιεθνών Λογιστικών Προτύπων. Οι κκ. Cope και Schmid διαφώνησαν. Η αντιγνωµίατης παρατίθεται στοΠαράρτηµαΗ.

Sir David Tweedie

Πρόεδρος

Thomas E Jones

Αντιπρόεδρος

Mary E Barth

Hans-Georg Bruns

Anthony T Cope

Jan Engström

Robert P Garnett

Gilbert Gélard

James J Leisenring

Warren J McGregor

Patricia L O’Malley

John T Smith

Geoffrey Whittington

Tatsumi Yamada